Ένα από τα πλέον αγαπημένα παιδιά της κιτρινομπλέ εξέδρας, ο εμβληματικός Γιώργος Θεοδωρίδης, μίλησε για τα 100 χρόνια του Παναιτωλικού και όχι μόνο…
O Παναιτωλικός βρίσκεται σε περίοδο… γιορτής για τα 100 χρόνια του συλλόγου. Ο Τίτορμος στις 9 Μαρτίου συμπληρώνει έναν αιώνα ιστορίας και οι εορταστικές δράσεις των Καναρινιών αρχίζουν από σήμερα (2/3).
Η κεντρική εκδήλωση των 100 χρόνων του Παναιτωλικού Γυμναστικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου θα γίνει, απόψε (Δεύτερα 2/3, live ERT SPORTS) στις 18:30 στο Αγρίνιο, παρουσία πολλών καλεσμένων που έχουν δοξάσει την κιτρινομπλέ φανέλα ανά τα έτη. Ανάμεσα τους ο Γιώργος Θεοδωρίδης.
Ο άλλοτε εμβληματικός αρχηγός του Παναιτωλικού είναι αδιαμφισβήτητα από τους παίκτες που έχουν… λατρευτεί όσο λίγοι στο Αγρίνιο, έχοντας συνδέσει το όνομα του τόσο με την ομάδα της επιστροφής στην κορυφαία κατηγορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, όσο και με τα πρώτα «Σουπερλιγκάτα» χρόνια της εποχής του Φώτη Κωστούλα.
Ο πλέον team manager του ΠΑΟΚ μίλησε στο Gazzetta για τον… δικό του Παναιτωλικού, τον κόσμο που τον λάτρεψε, τους ανθρώπους που «δέθηκε» για πάντα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των Καναρινιών.
Στον Παναιτωλικό πήγες το 2009. Και ήρθες από τη Φρανκφούρτη. Τι σε έκανε να γυρίσεις στην Ελλάδα για τον Παναιτωλικό;
«Αρχικά να πω ότι δεν είχα σκοπό να γυρίσω Ελλάδα. Γενικά είχα στο μυαλό μου, και ως ομογενής που είμαι, γεννημένος στη Γερμανία, στη Φρανκφούρτη, ότι θα πάω Γερμανία και δεν θα ξαναεπιστρέψω όσον αφορά την καριέρα μου, τουλάχιστον ποδοσφαιρικά. Ωστόσο, ήρθα μετά από έναν χρόνο και μετά από πολλή επιμονή και τηλεφωνήματα, κυρίως από τον Μάκη Μπελεβώνη, τον πρόεδρο, με τον οποίο έχω άριστες σχέσεις μέχρι και σήμερα. Η επιμονή του, τα λόγια του και η εμπιστοσύνη που μου έδειξε για πολύ καιρό, επιμένοντας για μένα, με έκαναν τελικά να έρθω το καλοκαίρι».
Έκανες ποτέ δεύτερες σκέψεις για την επιστροφή σου στην Ελλάδα, να πεις ότι καλύτερα να έμενες στο εξωτερικό;
«Κοίταξε να δεις, μετά τον Παναιτωλικό η αλήθεια είναι ότι δεν έκανα τέτοιες σκέψεις, γιατί περνούσα καλά. Αυτό έβγαινε και στο γήπεδο. Άρχισα κι εγώ σαν ποδοσφαιριστής και άνθρωπος, να προσπαθώ να απολαύσω το ποδόσφαιρο, κάτι που δεν έκανα σε πιο νεαρή ηλικία. Αυτό παροτρύνω να κάνουν τα παιδιά ακόμα και σήμερα, να κοιτάνε να απολαμβάνουν το ποδόσφαιρο και όχι να κοιτάνε αν αποκτούν φήμη, χρήμα ή οτιδήποτε άλλο, για να μπορούν οι ίδιοι να έχουν καλύτερη απόδοση. Το λέω συνέχεια αυτό. Ωστόσο, όταν το έκανα αυτό, δεν είχα δεύτερες σκέψεις για το αν έκανα σωστά ή λάθος. Απόλαυσα το ποδόσφαιρο, μου τα έδωσε όλα και η ζωή και η ομάδα και νομίζω ότι είμαι ευχαριστημένος και ευτυχισμένος, όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα».
Όταν υπέγραψες στον Παναιτωλικό, μπορούσες να φανταστείς ότι σήμερα θα είσαι ένας από τους πιο αγαπητούς παίκτες στην ιστορία του συλλόγου;
«Σε ευχαριστώ που το λες. Ευχαριστώ. Κοίτα να δεις, εγώ έχω κάνει πάρα πολλούς φίλους στο Αγρίνιο. Πέρα από αυτό, η παρουσία μου στην ομάδα συνδυάστηκε με άνοδο. Στην πρώτη χρονιά χάσαμε οριακά την άνοδο. Η πρώτη θητεία μου στον Παναιτωλικό συνδυάστηκε με το να με καλέσει ο Σάντος στην Εθνική Ελλάδος. Είχα πάρα πολλές χαρές. Επομένως, θεωρώ ότι πρόσφερα, αλλά αυτό μου το έδειξε και ο κόσμος. Δηλαδή με αγκάλιασε, με έκανε να νιώσω καλά και όλα αυτά σε συνδυασμό ήταν που συνετέλεσαν στο να είμαι αγαπητός και εγώ να τους αγαπάω βέβαια. Όπως λέει και ο πρώην συμπαίκτης μου, ο Μάκης Μπελεβώνης, πλέον είμαι και εγώ Αγρινιώτης».
Βρέθηκες στην Εθνική Ελλάδος ως παίκτης του Παναιτωλικού. Πώς το έζησες αυτό;
«Ναι, η αλήθεια είναι ότι στα 21 μου ήμουν τελευταία φορά στην Εθνική. Πάντα το είχα σαν στόχο, στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ωστόσο, κάποια γεγονότα στην καριέρα μου, μένοντας χωρίς ομάδα σε πολύ νεαρή ηλικία, λίγο με είχαν βγάλει από αυτόν τον δρόμο. Όταν όμως έγινε, χάρη και στον Παναιτωλικό δίνοντάς μου την ευκαιρία να παίξω αρχικά, για μένα ήταν μια ηθική ικανοποίηση, έστω και στα 33, καλώντας με πάλι στην Εθνική. Ήταν μια ωραία στιγμή για μένα».
Έχεις φορέσει 124 φορές τη φανέλα του Παναιτωλικού, περισσότερες από κάθε άλλη ομάδα που αγωνίστηκες. Τι σημαίνει για σένα ο Παναιτωλικός;
«Ήταν η ευχαρίστηση να παίζω για αυτή την ομάδα. Μου έδωσε την ευκαιρία να προσφέρω, κάτι που δεν το είχα νιώσει αλλού στον ίδιο βαθμό. Στον ΠΑΟΚ το είχα νιώσει σίγουρα. Μετέπειτα το ένιωσα και στη Γερμανία που έπαιζα. Ωστόσο, ο Παναιτωλικός μου έδωσε την ευκαιρία να αποδείξω, έστω και σε μεγαλύτερη ηλικία, την ικανότητά μου στο γήπεδο. Και σημαίνει σίγουρα οικογένεια πλέον, γιατί κρατάει μέχρι σήμερα που είμαι 45, έχοντας φίλους, πηγαίνοντας ακόμα στο Αγρίνιο σε στιγμές που έχω ελεύθερο χρόνο. Όλα αυτά δείχνουν τη σχέση που έχω εγώ με τον κόσμο εκεί».
Όταν πήγες στον Παναιτωλικό, μετά την άνοδο από τη Γ’ στη Β’ Εθνική, τι κατάσταση βρήκες στην ομάδα;
«Η αλήθεια είναι ότι δεν γνώριζα πολλά για τον Παναιτωλικό. Ωστόσο ήξερα ότι είναι μια οργανωμένη ομάδα, με έναν πρόεδρο, τον κύριο Κωστούλα, που βοήθησε πάρα πολύ, ανέδειξε την ομάδα από το μηδέν, την επανέφερε στην Α’ Εθνική, με όνειρα βέβαια να βγει και η ομάδα στην Ευρώπη. Πάντα αυτός ήταν ο στόχος του, μαζί με τον Μάκη Μπελεβώνη.
Όταν ήρθα, πραγματικά συνάντησα το πόσο οργανωμένη είναι, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν ήδη. Θυμάμαι πολύ κόσμο στο γήπεδο, 5-6 χιλιάδες να γεμίζουν τις κερκίδες. Όλα αυτά με έκαναν να ενθουσιαστώ, έστω και γυρνώντας από τη Γερμανία που έπαιζα μπροστά σε 40-50 χιλιάδες κόσμο.
Ωστόσο, δεν μου έλειψε κάτι. Ως ποδοσφαιριστές τα είχαμε όλα. Με καλούς συμπαίκτες που ήρθαν μετέπειτα, καταφέραμε και πετύχαμε τον στόχο που ήταν η άνοδος αρχικά. Αργότερα κοιτούσαμε πώς η ομάδα θα βγει και στην Ευρώπη, κάτι που δεν το πετύχαμε βέβαια. Ωστόσο, νομίζω ότι κάποια στιγμή θα γίνει».
Τι θεωρείς ότι έχει λείψει από τον Παναιτωλικό για να βγει στην Ευρώπη;
«Δεν μπορώ να πω εγώ ακριβώς τι έχει λείψει. Αυτό το ξέρουν οι άνθρωποι της ομάδας. Ωστόσο, πρέπει να αναλογιστούμε ότι ακόμα και ομάδες όπως ο Ατρόμητος ή παλιότερα η Ξάνθη, μετά από μία δεκαπενταετία ή δεκαετία καταφέρανε και βγήκαν στην Ευρώπη. Δεν σημαίνει ότι χρειάζεται η κάθε ομάδα τόσα χρόνια, αλλά βλέπουμε ότι θέλει μια σταθερότητα. Πρέπει να αποκτήσει μια σταθερότητα ο Παναιτωλικός. Ελπίζω να μπορεί να την αποκτήσει για να βάλει τις βάσεις και να σταθεί σε ένα τέτοιο επίπεδο. Να τερματίσει στις πρώτες 4-5 ομάδες είναι πάρα πολύ δύσκολο, ωστόσο δεν είναι απίθανο. Θέλει μια σταθερή πορεία».
Αν υπάρχει μία σταθερά στον Παναιτωλικό όλα αυτά τα χρόνια, αυτή είναι ο Φώτης Κωστούλας, ο οποίος πλέον είναι 20 χρόνια στην ομάδα. Πώς είναι ως άνθρωπος και ως παράγοντας;
«Είναι ένας άνθρωπος που δείχνει το πόσο αγαπάει τον σύλλογο. Δεν ήρθε στον σύλλογο για να κερδίσει οικονομικά. Ήρθε για να προσφέρει και μάλιστα προσφέρει ασταμάτητα. Θεωρώ ότι είναι υπόδειγμα για όλους τους ανθρώπους που επενδύουν ή θέλουν να επενδύσουν στο ποδόσφαιρο, δείχνοντας ότι θέλει αγάπη και μεράκι.
Η λέξη “μεράκι” ταιριάζει στον πρόεδρο. Αυτό είναι το μυστικό, αυτό είναι που τον αναδεικνύει. Το ήθος του έχει βοηθήσει πάρα πολύ και την πόλη, σε ζητήματα κοινωνικά. Η ομάδα προσφέρει παντού, δεν είναι μόνο στο αθλητικό κομμάτι. Αυτό είναι που τον κάνει πολύ ξεχωριστό».
Πιστεύεις ότι σε έναν βαθμό ασκείται άδικη κριτική στον Κωστούλα από τον κόσμο;
«Κοίταξε να δεις, εγώ η αλήθεια είναι πως δεν λαμβάνω κάτι τέτοιο. Με όσους μιλάω τον έχουν σε τεράστια εκτίμηση και ως άνθρωπο και ως πρόεδρο. Η προσφορά του είναι ανεκτίμητη. Αυτός ο άνθρωπος ήρθε και μόνο έδωσε.
Έχει φτιάξει γήπεδα, εγκαταστάσεις, έχει ομορφύνει τον χώρο, έχει “χτίσει” το όνομα του Παναιτωλικού πανελλαδικά ως έναν σύλλογο που προσφέρει, που είναι υγιής, που κοινωνικά είναι παντού, ανεξάρτητος, με όποια έννοια θέλει κανείς να το λάβει. Είναι ένας σύλλογος ξεχωριστός και αυτό το κατάφερε ο Κωστούλας, μαζί με τον Μάκη Μπελεβώνη βέβαια, αλλά ο Κωστούλας είναι ο πρωτεργάτης.
Σίγουρα θα ήταν καλό ο κόσμος να έρχεται λίγο παραπάνω στο γήπεδο, όπως τότε που ανεβήκαμε. Αλλά βλέπω ότι υπάρχουν και κοινωνικά θέματα, γενικά ο κόσμος έχει απομακρυνθεί από τα γήπεδα σε όλη την Ελλάδα. Δεν είναι όπως πριν 10-15 χρόνια. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο».
Πόσο σημαντικές είναι για τον σύλλογο οι επενδύσεις που έχουν γίνει από πλευράς Κωστούλα στις εγκαταστάσεις της ομάδας, όπως το Emileon και το γήπεδο;
«Οι εγκαταστάσεις είναι κάτι πολύ βασικό. Είναι σημαντικό ότι κάτι τέτοιο υπήρχε εδώ και 15 χρόνια στον Παναιτωλικό. Όπως βλέπω και παρακολουθώ, δίνουν μεγάλη βάση και προσοχή στις ακαδημίες και στις υποδομές. Υπάρχουν παιδιά από διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Είναι πολύ σημαντικό γιατί είναι μια ομάδα που θέλει να αναδείξει νεαρά παιδιά. Και το κάνει. Δεν υπάρχει κάτι πιο ωραίο από αυτό. Νομίζω ότι και ο κόσμος θέλει να βλέπει ελληνόπουλα, πόσο μάλλον αν είναι από την Αιτωλοακαρνανία. Είναι κάτι πολύ ευχάριστο».
Επειδή ανέφερες δύο φορές τον πρόεδρο Μάκη Μπελεβώνη, δεν γίνεται να μη σε ρωτήσω για εκείνον και γενικά για την προσφορά του στον Παναιτωλικό…
«Νομίζω ότι ο Μάκης και μετέπειτα ο μικρότερος Μπελεβώνης, με τον οποίο ήμασταν πολλά χρόνια αντίπαλοι και μετέπειτα συμπαίκτες, γνωρίζουν το ποδόσφαιρο και είναι άνθρωποι που δίνουν τα πάντα για τον Κωστούλα και για τον σύλλογο. Το ξέρω αυτό.
Προσπαθούν πάντα για το καλύτερο και έχουν βάλει κι αυτοί το λιθαράκι τους ώστε ο Παναιτωλικός να είναι ένας σύλλογος στον οποίο ένας ποδοσφαιριστής θέλει να βρίσκεται. Τον έχουν κάνει ελκυστικό σύλλογο».
Με τον Μάκη Μπελεβώνη, τον νυν τεχνικό διευθυντή της ομάδας, ήσασταν συμπαίκτες και πρόκειται για ποδοσφαιριστή που ήταν… σημαία για τον Παναιτωλικό…
«Ακριβώς. Ο Μάκης ήταν πραγματική σημαία. Πρόσφερε πάρα πολλά ως παίκτης και πόσο μάλλον τώρα ως τεχνικός διευθυντής βοηθάει πάρα πολύ. Έχει εμπειρία. Στα αποδυτήρια, καμιά φορά μόνο με το βλέμμα του έβαζε τάξη, χωρίς υπερβολή. Τόσο ως παίκτης, όσο και ως γενικός αρχηγός που τον πρόλαβα. Ήταν εκεί για ό,τι χρειαζόταν ο κάθε ποδοσφαιριστής. Ο καθένας στον τομέα του πρέπει να είναι σωστός και αυτό ήταν ο Μάκης».
Τι θυμάσαι από την άνοδο και το ματς φιέστα με τον Διαγόρα;
«Θυμάμαι τον ενθουσιασμό του κόσμου. Μας περίμεναν χωρίς υπερβολή δεκάδες μηχανάκια όταν επιστρέφαμε από το εκτός έδρας ματς με την Ηλιούπολη που κλειδώσαμε την πρωτιά στην Β’ Εθνική. Έξω από το γήπεδο ήταν 1.000 άτομα που μας περίμεναν να πανηγυρίσουμε.
Ήταν αξέχαστες στιγμές. Ο στόχος επιτεύχθηκε, γι’ αυτό είχα έρθει. Ήταν πολύ ωραίες στιγμές, από αυτές που βοηθούν τον σύλλογο να μεγαλώσει».
Θυμάσαι… ακραίες εκφράσεις ενθουσιασμού από τους φίλους του Παναιτωλικού;
«Τότε ήταν άλλες εποχές. Ο κόσμος άφηνε τις δουλειές του για να μας δει. Θυμάμαι μέχρι και τενεκέδες λάδι να μας δίνουν, ροδάκινα από τα χωράφια τους. Όλοι ζούσαμε τέτοιες στιγμές.
Μας έλεγαν “ευχαριστώ που μας φέρατε στην Α’ Εθνική”. Στη Νέα Σμύρνη, στο μπαράζ ανόδου από τη Γ’ στη Β’, γέμισαν το γήπεδο. Στη Β’ Εθνική, σε έδρες όπως του Ιωνικού ή του Εθνικού Αστέρα, γεμίζαμε την κερκίδα και ήμασταν περισσότεροι από τους γηπεδούχους.
Αυτά ήταν τρελά πράγματα. Ήταν το “αγροτικό” του Παναιτωλικού αυτά τα χρόνια στις χαμηλότερες κατηγορίες. Δεν του άξιζε. Έπρεπε να ανέβει νωρίτερα. Μια ομάδα με έναν πρόεδρο που δίνει τα πάντα και με τέτοιο κόσμο αξίζει να βρίσκεται ψηλά».
Η ομάδα ανέβηκε αλλά έναν χρόνο μετά υποβιβάστηκε. Τι πιστεύεις ότι έφταιξε; Πιστεύεις ότι αυτό το… πισωγύρισμα εν τέλει βοήθησε την ομάδα στα επόμενα χρόνια;
«Δεν θέλω να σταθώ στο τι έφταιξε. Νομίζω ότι όλοι φταίξαμε, και οι παίκτες και οι προπονητές. Δεν μου αρέσει να ρίχνω ευθύνες αλλού. Το σημαντικό είναι ότι η ομάδα επανήλθε και έφτασε πάλι κοντά στην Ευρώπη. Καλό είναι να σταθούμε σε αυτό.
Όπως αποδείχθηκε αυτός ο υποβιβασμός τελικά έκανε καλό στην ομάδα, γιατί βγήκαμε όλοι πιο έμπειροι. Όλες οι κινήσεις ήταν πιο προσεκτικές. Τη χρονιά που ανέβηκε η ομάδα, έμειναν και ήρθαν παίκτες που μπορούσαν να προσφέρουν. Από τον πρώτο γύρο βάλαμε τις βάσεις και στο δεύτερο μισό της σεζόν ψάξαμε το κάτι παραπάνω.
Σημαντικό ήταν το ελληνικό στοιχείο της ομάδας. Θυμάμαι πολλούς Έλληνες στην ομάδα τότε. Αυτό βοήθησε στην ισορροπία των αποδυτηρίων. Έμπειροι μαζί με νεαρούς. Αυτό συνετέλεσε στην επιτυχία της ομάδας».
Υπήρξε ένα διάλειμμα ενός χρόνου που πήγες στην Κύπρο. Γιατί έφυγες και τι σε έκανε να γυρίσεις;
«Προφανώς ήθελα να μείνω, αλλά τα οικονομικά ήταν δύσκολα. Θυμάμαι μια πολύ “συναισθηματική” και συγκινητική κουβέντα με τον πρόεδρο. Μου είπε “Γιώργο μου, να πας. Η ομάδα θα είναι σε διαδικασία ανασύνταξης και θα είναι δύσκολο να σε κρατήσω”. Άνθρωπος τίμιος, που μου είπε αλήθεια του τι σκόπευε να κάνει και το εκτίμησα.
Πήγα στην Κύπρο, αλλά πάντα είχα επικοινωνία μαζί του. Όταν η ομάδα ξανά ανέβηκε μίλησα μαζί του, διέκοψα το συμβόλαιό μου και γύρισα. Κάναμε και οι δύο τα πάντα για να είμαστε μαζί.
Θυμάμαι επίσης για τον κύριο Κωστούλα ότι όταν έπαθα κάταγμα κνήμης, ήθελε να μου ανανεώσει το συμβόλαιο. Αυτό δύσκολα το κάνουν πρόεδροι. Βέβαια δεν μπόρεσα να επιστρέψω στο 100% και έτσι σταμάτησα την καριέρα μου.
Είχα επιστρέψει με διετές συμβόλαιο και όταν τραυματίστηκα έληγε. Μου είπε “Μην στεναχωριέσαι. Εδώ είμαι εγώ για σένα. Θα μείνεις”. Αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Σταμάτησα το ποδόσφαιρο, όμως οι σχέσεις έμειναν.
Οι φιλίες έμειναν και μετά από τόσα χρόνια μιλάω και με τον πρόεδρο και με τους Μάκηδες. Όσο γραφικό κι αν ακούγεται, οι σχέσεις μένουν και είναι πιο σημαντικές από τις οικονομικές απολαβές».
Φόρεσες τη φανέλα του Παναιτωλικού μια πενταετία και έζησες πάρα πολλά. Ποιες είναι οι τρεις-τέσσερις στιγμές που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
«Η άνοδος με τον Διαγόρα, σίγουρα και πάνω από όλα. Είναι η στιγμή που είχαμε το μεγαλύτερο άγχος. Εκείνη τη μέρα παίζαμε στο γήπεδό μας και γίνονταν πολλές εκδηλώσεις για να το γιορτάσουμε, ενώ μαθηματικά δεν είχαμε τελειώσει την άνοδο. Έπρεπε να νικήσουμε για να ανέβουμε. Αυτές οι δράσεις μας γέμισαν άγχος, όμως μετά ακολούθησε γιορτή από το βράδυ μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας.
Ήμασταν πολύ καλή και αγωνιστικά δεμένη ομάδα. Φυσικά δεν θα ξεχάσω τις μεγάλες νίκες, όπως κόντρα στον Παναθηναϊκό που φτάσαμε κοντά στην Ευρώπη. Οι νίκες με μεγάλους αντιπάλους “μεγαλώνουν” τις άλλες ομάδες.
Θυμάμαι με τον Ολυμπιακό κάναμε καλές εμφανίσεις και φέραμε ισοπαλίες. Η ομάδα σιγά – σιγά μεγάλωνε και το ένιωθες. Έκανε το κάτι παραπάνω για να βγει στην Ευρώπη. Το αξίζει, τόσο οργανωτικά, όσο και για τους παράγοντές της για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο».
Εσύ ήσουν παίκτης μεγάλων παιχνιδιών. Με τον Παναιτωλικό είχες γκολ με τον ΠΑΟΚ, ασίστ με τον Ολυμπιακό…
«Ναι, γιατί εκεί θες να αποδείξεις ότι είσαι κι εσύ μεγάλος παίκτης και παίζεις σε μεγάλη ομάδα. Είναι ο εγωισμός του ποδοσφαιριστή. Βέβαια πρέπει να είσαι 100% σε όλα τα παιχνίδια. Ωστόσο, με τις μεγάλες ομάδες έχεις ένα έξτρα κίνητρο».
Έχεις πετύχει μερικά εκπληκτικά γκολ, όπως με τον Πανθρακικό και την Ξάνθη. Ποιο θα σου μείνει για πάντα;
«Θυμάμαι το γκολ στην Ξάνθη από μεγάλη απόσταση, σε ματς Α’ Εθνικής. Και με τον Πανθρακικό ήταν ωραίο γκολ. Τα περισσότερα τα πέτυχα στη Β’ Εθνική. Εμένα πιο πολύ μου αρέσει αυτό που είχα πετύχει με τον Ιωνικό στο Αγρίνιο».
Πώς ένιωθες όταν έβαζες γκολ στο Αγρίνιο και άκουγες ποντιακή λίρα από τα μεγάφωνα;
«Μου είχαν πει κάποιοι άνθρωποι του Αγρινίου πως ήταν και αυτοί Πόντιοι και τους είχα πει “Τι ζητάτε εδώ;” και μου εξήγησαν πως πρόσφυγες είχαν πάει στα γύρω χωριά. Με ρώτησαν τι τραγούδι ήθελα να παίζει όταν έβαζα γκολ. Σε κάθε επιθετικό του έλεγαν να επιλέξει τραγούδι. Ζήτησα ένα ποντιακό προς τιμήν τους, για τους Πόντιους που ερχόντουσαν γήπεδο.
Ήταν τιμητικό και συγκινητικό, ειδικά σε ένα μέρος μακριά από τη Βόρεια Ελλάδα, όπως είναι το Αγρίνιο. Με αγάπησαν και με τίμησαν και με αυτόν τον τρόπο. Με τίμησαν θυμάμαι πριν δυο χρόνια σε ένα ματς με τον ΠΑΟΚ στο Αγρίνιο, όταν ακόμα είχα πόστο στην ακαδημία, κι ο πρόεδρος μου έδωσε τιμητική πλακέτα. Κι αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ, καθώς ήταν πολύ τιμητικό για μένα. Ήταν πολύ συγκινητικό.
Όταν σε τιμούν μετά από τόσα χρόνια και σε καλούν στην εκδήλωση των 100 χρόνων, για μένα σημαίνει πολλά. Ο Παναιτωλικός μου έδωσε πολλά και χαίρομαι που μπόρεσα να προσφέρω κάποια πράγματα. Στη Θεσσαλονίκη με σταματούν παιδιά και μου μιλάνε παιδιά που τότε μπαίνανε μαζί μου στο γήπεδο. Αυτά είναι συγκινητικά για μένα.
Το μόνο που ελπίζω είναι η ομάδα να συνεχίσει να μεγαλώνει. Να διατηρήσει αυτόν τον “fair” χαρακτήρα της ομάδας. Σε όποια άκρη της Ελλάδας πας όλοι θα πουν για τον Παναιτωλικό πως είναι ομάδα που έχει την εκτίμηση, τον σεβασμό και τη συμπάθεια όλων. Αυτό είναι κάτι που το κερδίζεις με κόπο και αυτό έχει πετύχει η ομάδα με την πορεία της.
Αυτό έχει μεταδοθεί και αγωνιστικά. Ακόμα και όταν κινδυνεύει ο Παναιτωλικός παίζει ελεύθερα. Δεν κλείνεται στην εστία του. Αυτό είναι κάτι που το έχει παλέψει και το έχει ως ομάδα, είτε βγαίνει αγωνιστικά, είτε όχι».
Πόση πίεση είναι για έναν ποδοσφαιριστή να παίζει σε μια κλειστή κοινωνία όπως είναι το Αγρίνιο και σε μια πόλη που αγαπάει τόσο την ομάδα;
«Όποιος ποδοσφαιριστής πάει στο Αγρίνιο θα πρέπει να προσαρμοστεί στις συνθήκες. Ο κόσμος στο Αγρίνιο αγαπάει το ποδόσφαιρο και ζει για τον Παναιτωλικό, οπότε θα πρέπει να είσαι όπως πρέπει. Αυτό θα κάνει τον κόσμο να σε αγαπήσει και αυτό βγαίνει στο γήπεδο. Πρέπει να τα δίνεις όλα».
Πώς θυμάσαι τη συνεργασία σου με τους προπονητές του Παναιτωλικού;
«Ο Γκόγιτς με ήθελε πάρα πολύ. Είχαμε μιλήσει πριν πάω στον Παναιτωλικό και με βοήθησε πολύ. Μιλήσαμε πριν έρθω σε επικοινωνία με τον Κωστούλα και τον Μπελεβώνη. Ο Γιάννης Νταλακούρας είναι άνθρωπος γέννημα – θρέμμα της ομάδας, που τα έδινε όλα για το σύλλογο.
Ο Μπάμπης Τεννές προσπαθούσε για το καλύτερο. Εγώ δεν είχα πρόβλημα με κανέναν προπονητή, όμως θεωρώ πως τότε ο Μάκης Χάβος είχε τα φόντα να πάει την ομάδα σε ανώτερο επίπεδο, αλλά δεν τον βοήθησαν οι συγκυρίες, όπως οι τραυματισμοί. Αυτός ανέβασε κιόλας την ομάδα. Ήταν επιθετικογενής προπονητής και πήραμε μεγάλες νίκες».
Τι μήνυμα θέλεις να στείλεις στον κόσμο, που ακόμα σε μνημονεύει, για τα 100 χρόνια του Παναιτωλικού;
«Να συνεχίσει να στηρίζει την ομάδα όπως το κάνει. Τους ευχαριστώ για τη στήριξη που έδωσαν σε εμένα και στο σύλλογο. Είναι πάντα πίσω από την ομάδα.
Αγρινιώτες και Αιτωλοακαρνάνες υπάρχουν παντού, σε όλη την Ελλάδα, γι’ αυτό όπου παίζει ο Παναιτωλικός ο κόσμος του γεμίζει την εξέδρα. Αυτός είναι ο Παναιτωλικός».
Ποια είναι η ευχή σου για τον δεύτερο αιώνα του Παναιτωλικού;
«Να έχει πλέον τίτλους και να πετύχει τους στόχους του. Ως σύλλογος να παραμείνει όπως είναι, με τις αρχές του. Όπως έχω γνωρίσει εγώ τον Παναιτωλικό».
Βασίλης Μπαλατσός- gazzetta.gr
This website uses cookies.
Read More