Ραντεβού έξω από το γήπεδο του Παναιτωλικού. Αφόρητη ζέστη και χωρίς ένα σημείο με λίγο σκιά. Με το χαμόγελο στα χείλη καταφτάνει και ο Γιώργος Λιάβας.
Ένα παιδί που σε εκείνα τα μέρη έχει ζήσει μοναδικές στιγμές. Όνειρα, χαρές, λύπες, τραυματισμούς. Τα πάντα.
Τα λόγια περισσεύουν μπροστά σε αυτά που έχει δει και βιώσει ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Έχασε τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία, έκανε κάθε μέρα απόσταση μίας ώρας για να πάει προπόνηση, αγάπησε τον Παναιτωλικό όσο λίγοι και πλέον ζει το δικό του όνειρο στην Πορτογαλία με τη Ρίο Άβε έχοντας πάντα τα λόγια του αδικοχαμένου Μάριου Οικονόμου στο μυαλό του.
Μία μίνι ξενάγηση έξω από το γήπεδο και μετά στην καφετέρια. Δεν παλευόταν η ζέστη άλλωστε. Μία συνέντευξη 1,5 ώρες εξελίχθηκε σε μία κουβέντα που κράτησε 3-4 ώρες και είχε μόνο ιστορίες από τη ζωή του. Αστείες και σοβαρές. Σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Ένας ζεστός άνθρωπος που ανοίχτηκε αμέσως και μας έκανε νιώσουμε πολύ οικεία.
Μιλούσαμε πέρα από τα πλαίσια της συνέντευξης και πάντα έκανε αναφορά: «ωχ, κάτσε για να βγήκαμε εκτός της συνέντευξης». Ανάμεσα στις παρακάτω 6.500, περίπου, λέξεις, ο Γιώργος Λιάβας ξεδίπλωσε το κουβάρι της δικής του ιστορίας για το Gazzetta.
Από τα πρώτα βήματα στο ποδόσφαιρο, το χωριό του, τον πατέρα του, τον θείο του, το νόημα της οικογένειας, τον κολλητό του φίλο, Μάκη Μπακαδήμα και η «Οδύσσεια» με τους δύο χιαστούς πριν την επιστροφή και το μεγάλο βήμα στη Ρίο Άβε.
Θα σε πάω αρκετά πίσω. Στα παιδικά σου χρόνια. Πώς ήταν;
«Τυχερός αρχικά γιατί μεγάλωσα σε χωριό και είχα εκεί παρέες, πηγαίναμε σχολείο. Στο γυμνάσιο είχαμε ένα σχολείο για τρία χωριά οπότε γίναμε μεγαλύτερη παρέα και είχαμε και μία κόντρα ο καθένας για το χωριό του. Στα διαλλείματα και τα απογεύματα παίζαμε μπάλα συνέχεια. Θυμάμαι ότι το ποδόσφαιρο το ξεκίνησα όταν οι γιοι ενός φίλου του πατέρα μου που συνεργαζόταν, ήταν σε μία ακαδημία στο Αγρίνιο. Τις Ελπίδες Αγρινίου λεγόταν η ομάδα που τώρα είναι μαζί με τον Παναιτωλικό. Και εκείνος είπε στον πατέρα μου να με γράψει εκεί και θα με φιλοξενεί και θα με πηγαίνει εκείνος αν δεν μπορεί ο πατέρας μου. Εγώ είχα αρρώστια με το ποδόσφαιρο. Έπαιζα συνέχεια στη γειτονιά. Θυμάμαι λοιπόν ότι πήγαμε πρώτη μέρα στην ομάδα. Ήταν Τρίτη 26 Μαϊου του 2008. Το είχα γράψει στο κρεβάτι μου στο χωριό».
Πώς κύλησε η πρώτη μέρα;
«Σκέψου ότι πήρα την μπάλα μου από το σπίτι γιατί δεν ήξερα από ακαδημίες και τέτοια. Την έχω αγκαλιά με ρούχα ότι νάναι λες και πάω σχολείο. Και μόλις έφτασα, είδα ένα χαμό από παιδιά. Πολλά γήπεδα, παντού μπάλες και ένας πανικός. Εγώ «παγωτό». Να κρατάω την μπάλα και να μην κουνιέμαι. Μου έλεγε ο μπαμπάς μου να πάω στους προπονητές και στα άλλα παιδάκια. Γενικά ήμουν εύκολος στο να κοινωνικοποιηθώ αλλά εκεί μαζεύτηκα τελείως. Μιλιά δεν έβγαζα. Ξεκινάει η προπόνηση λοιπόν. Λέει ο προπονητής αφήστε τις μπάλες και αρχίστε «ποδαράκια» τα γνωστά. Εγώ τίποτα. Δεν άφηνα την μπάλα κάτω. Ξεκινούν όλοι να κάνουν και μας έλεγε να αφήνουμε την μπάλα να σκάει κάτω και να κάνουμε το επόμενο, επειδή ήμασταν μικροί. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε συνεχόμενα. Εγώ είχα μάθει (γέλια). Ήθελα να τους δείξω ότι μπορώ αλλά δεν άφηνα την μπάλα κάτω. Φοβόμουν διάφορα να μην χάσω την μπάλα ή μου την πάρει άλλο παιδάκι. Έπαιζα καμία πάσα αλλά η μπάλα εκεί. Σιγά-σιγά άρχισα να γνωρίζομαι μαζί τους, έμενα σπίτι τους, ο πατέρας μου γνώρισε τους προπονητές και τους άλλους γονείς. Και θυμάμαι ότι η συνδρομή ήταν 20 ευρώ αλλά επειδή ερχόμασταν από μακριά, δεν μας πήραν ούτε ευρώ. Ήταν 1 ώρα πήγαινε και άλλη μία ώρα γύρνα. Πήγαμε Καρπενήσι, ήταν 300 ευρώ το παιδί αλλά μας είπαν από την ακαδημία ότι είναι δικά τους τα έξοδα για εμένα. Είχα και τρομερούς προπονητές εκεί. Με βοηθούσαν πάντα».
Είχατε καλή φουρνιά παικτών;
«Όλη η γενιά που ήμασταν 1999-2000-2001 και 2002 είχαμε τρομερή φουρνιά στις Ελπίδες και μας πήραν όλους στον Παναιτωλικό επειδή είχε πάει η Κ15 στη Superleague. Φύγαμε όλοι μαζί. Εγώ στην Κ15, τα 3/4 της ομάδας ήταν με τις Ελπίδες. Έγραφα εξετάσεις θυμάμαι στην 1η γυμνασίου και με παίρνει ο πατέρας μου και μου λέει ότι πρέπει να πάμε στον Παναιτωλικό να κάνουμε μία προπόνηση και πρέπει να πάμε γιατί πιστεύουν ότι δεν θέλουμε να πάμε, επειδή είχα κάνει κάποια δοκιμαστικά στον Ολυμπιακό πιο πριν. Μου είπε να πάμε και εκεί να δούμε πως είναι. Τότε εγώ δεν πολυήθελα γιατί ήθελα να μείνω στις Ελπίδες που ήταν η παρέα μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Γράφω εξετάσεις, μηδέν βέβαια (γέλια) δεν μου πήρε και ώρα. Πήρα το λεωφορείο, πήγα σπίτι, ξεκινάμε με τον πατέρα μου από εκεί και πήγαμε στο Εμιλέον. Μπαίνω στα αποδυτήρια και βλέπω όλα τα παιδιά από τις Ελπίδες και λέω “τι κάνετε εδώ εσείς;” (γέλια)»
Οπότε και η προσαρμογή σου ήταν πιο βατή. Πότε άρχισες να παίρνεις τα… πάνω σου;
«Μετά από λίγες μέρες, είχαμε τουρνουά στο Πόρτο Χέλι με τον Παναιτωλικό. Με πιάνει ο προπονητής μου λέει θα έρθεις με εμάς στο Πόρτο Χέλι αλλά με περνούσαν δύο χρόνια τα παιδιά. Πήγα αλλά στο πρώτο ματς, εκτός αποστολής (γέλια). Επόμενο ματς, εγώ έπαιζα αριστερό στόπερ. Λέει τα στόπερ ο προπονητής και δεν με αναφέρει, οπότε λέω πάλι θα είμαι εκτός αποστολής. Δεξί μπακ και λέει εμένα. Δεν έχω παίξει δεξί μπακ ούτε στο playstation (γέλια). Παίζω με τους ’99, ψήθηκα, νικήσαμε και στο επόμενο ματς πάλι δεξί μπακ και πάλι νικήσαμε. Είχαμε ωραίο γκρουπ. Χτίστηκε ωραίο κλίμα σε αυτές τις πέντε μέρες και μετά είπα στον πατέρα μου: “δεν ξέρω τι θα γίνει, εγώ θα πάω στον Παναιτωλικό”. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία μου εκεί».
Είπες ότι είχες κάνει δοκιμαστικά στον Ολυμπιακό.
«Είχα κάνει ναι. Μαζί με κάποια άλλα παιδιά από τις ακαδημίες γιατί παίζαμε ως Ελπίδες με ΠΑΕ της Αθήνας αλλά δεν τους βλέπαμε να ξέρεις. Είχαμε τρομερή φουρνιά. Είχαμε παίξει με τον Ολυμπιακό, μας είχαν πει ότι μας θέλουν να μείνουμε εκεί για ένα διάστημα. Αλλά επειδή εγώ ήμουν του 2001 και όλα τα παιδιά ήταν του 2000. Εκείνοι θα ήταν Κ14 και εγώ θα είμαι Κ13. Δηλαδή δεν θα ήμουν με τους φίλους μου, οπότε δεν ήθελα. Και η μάνα μου δεν ήθελε να φύγω τόσο μικρός από το σπίτι. Μετά είχαμε παίξει με τη Λάτσιο και τη Ρόμα. Από τη Ρόμα μας είχαν πει ότι θέλουν να μας ξαναδούν, να πάμε στη Ρώμη και τέτοια. Ήταν πολύ δύσκολο βέβαια αλλά δεν ξέρω τι θα είχε γίνει».
Ποιος σου πέρασε το γονίδιο του ποδοσφαίρου;
«Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος με το ποδόσφαιρο. Έπαιξε μέχρι και Δ’ Εθνική. Όλη η ζωή μου ήταν ποδόσφαιρο. Όταν ήμουν μικρός, υπήρχε ένα λεωφορείο που περνούσε από τα χωριά και κατέληγε στο Λύκειο ή το γυμνάσιο. Όταν φτάναμε στον Μύτικα, υπήρχε μία στάση που διαρκούσε 15 με 20 λεπτά. Εγώ κατέβαινα, έκανα σπριντ στον Τύπο και έπαιρνα όλες τις εφημερίδες με τη σειρά. Ότι υπήρχε. Πήγαινα σπίτι τις έδινα στον πατέρα μου, τις διάβαζε, μετά τις έπαιρνα εγώ. Εντεκάδες, μεταγραφικά όλα. Ο πατέρας μου ήταν και Παναθηναϊκός, οπότε ήθελε μία συγκεκριμένη εφημερίδα».
Θυμάσαι κάποια ιστορία ιδιαίτερη μαζί του;
«Επειδή ήμουν γυμνάσιο και είχα αρχίσει να κάνω παρέες, δεν μου άρεσε που έφευγα νωρίτερα από το σχολείο. Πολλές φορές έτρωγα και στο λεωφορείο σκέψου γιατί μετά είχα προπόνηση. Θυμάμαι μία ιστορία τώρα. Ήταν Ημέρα Αθλητισμού θυμάμαι και πάμε στο σχολείο. Επειδή δεν γινόταν να πάμε εκδρομή, έβγαλαν τα τέρματα έξω στο χώμα για να παίξουμε εκεί. Πέφτουν κορμιά να ξέρεις. Τρία χωριά. Καταλαβαίνεις. Και από την κούραση είχα… κρεμάσει. Πραγματικά είχα κουραστεί πολύ αλλά το απόγευμα είχαμε πει να ξαναπάμε λόγω κόντρας και ρεβάνς και όλα αυτά. Γυρνάω σπίτι λοιπόν και κάθομαι λίγο στο μπαλκόνι να ξεκουραστώ και περίμενα τον πατέρα μου να έρθει να πάμε προπόνηση. Και κάθομαι και σκέφτομαι τι ψέμα να του πω για να μην πάω.
Το βράδυ είχε Μπαρτσελόνα-Μίλαν. Το ματς ξεκινούσε 21:45 και πάντα φτάναμε σπίτι στις 22:00, οπότε χάναμε 15 λεπτά για να δούμε τον αγώνα. Έρχεται σπίτι αλλά εγώ δεν μπορούσα να κουνηθώ από την κούραση. Μου λέει να ετοιμαστώ να φύγουμε και του λέω εγώ “δεν θέλω να πάω προπόνηση για να δω το ματς”. Εκείνος μου έλεγε ότι θα γυρίσουμε στην ώρα μας και τέτοια αλλά είχε καταλάβει ότι εγώ δεν ήθελα να πάω. Μετά όμως σκεφτόμουν ότι εκείνος έχει αφήσει όλη του τη ζωή για εμένα, τις αδερφές μου, τη μητέρα μου για να με τρέχει στις προπονήσεις. Και μόλις το είπα, δεν μου είπε κάτι αλλά είδα μία απογοήτευση στο πρόσωπο του, σαν να τον “πουλάω”. Εγώ ήθελα πάρα πολύ να πάω το απόγευμα στο παιχνίδι με τα χωριά. Εκείνος λοιπόν πήγε, φόρτωσε το αμάξι και ήταν κατέβει στην πόλη. Τον βλέπω να περνάει από κάτω με το αγροτικό και εγώ ήμουν στο μπαλκόνι και σκεφτόμουν: “τι κάνω τώρα; εκείνος σκίζεται κάθε μέρα να με πάει προπόνηση και εγώ του λέω δικαιολογίες για να πάω να παίξω”. Παίρνω τηλέφωνο τη μάνα μου και της λέω να μην τον αφήσει να φύγει για την πόλη. Δεν φοράω καν τα ρούχα της προπόνησης και φεύγω σπριντ και πάω στο μαγαζί και του λέω: “πάμε προπόνηση”. Το λέω και ανατριχιάζω. Του παραδέχθηκα ότι έλεγα ψέματα και του άρεσε. Χαμογέλασε και πήγαμε».
Πότε άρχισες να παίρνεις το ποδόσφαιρο πιο σοβαρά;
«Έχω μία ιστορία. Είχα πάρει κινητό τότε και γενικά ήταν… ουάου τότε. Όλο το καλοκαίρι το είχα και έπαιζα παιχνίδια και όταν ξεκίνησε η σεζόν, εγώ είχα μεγάλη αυτοπεποίθηση γιατί είχα κινητό. Στο λεωφορείο έδειχνα στα παιδιά το κινητό όσο πηγαίναμε για ένα φιλικό. Είχα τρομερή έπαρση για αυτόν τον λόγο. Πρώτη φάση, κερδίζουμε έμμεσο αλλά σούταρα άουτ. Δύο λεπτά μετά πέναλτι. Άουτ και το πέναλτι. Εκεί άρχισα εγώ κάτι περίεργα. Περνούν δύο λεπτά, τρέχω να προλάβω τον αντίπαλο και πάω να σταματήσω γιατί φοβήθηκε εκείνος, γλιστράω, κόκκινη κάρτα. Έπρεπε να μπω και φυλακή με αυτό που έκανα. Κόκκινη λοιπόν σε φιλικό αγώνα και όλα αυτά σε δέκα λεπτά. Βγαίνω έξω και ο πατέρας μου ήταν φορτωμένος. Πάω στα αποδυτήρια και έκατσα να παίξω με το κινητό μέχρι να τελειώσει το ματς.
Όταν έφυγα, με παίρνει ο πατέρας μου και στον δρόμο μου λέει να δω το κινητό του να δει με ποιον μιλούσε πριν. Ήταν ο προπονητής της ακαδημίας και είχαν μιλήσει για καμιά ώρα. Μου είπε λοιπόν, ότι η ακαδημία ζήτησε να μην ξαναπάμε. Μου εξηγούσε ότι δεν μας πιέζει κανείς στο να πάμε για μπάλα ή κάτι τέτοιο. Ο προπονητής του είχε πει ότι δεν πήγαινα στις προπονήσεις και ότι ήμουν άφαντος. Οπότε του είπαν αυτό, να μην ξαναπάω. Εγώ δεν το πίστευα. Του είπα ότι ξεκινάω απεργία πείνας και ότι αφήνω το κινητό μέχρι να με δεχθούν πάλι πίσω. Οπότε πήγα στο δωμάτιο, άφησα το κινητό κάτω από το κρεβάτι και μόνο κοιτούσα αν ανάβει. Καθόμουν στο κρεβάτι και δεν έτρωγα. Πεινούσα πάρα πολύ αλλά το κρατούσα. Βέβαια τίποτα από αυτό δεν ίσχυε γιατί το είχαν συνεννοηθεί. Οπότε μου είπαν ότι θα μου δώσουν άλλη μία ευκαιρία και τότε παράτησα τελείως το κινητό γιατί φοβήθηκα ότι θα χάσω το ποδόσφαιρο».
Πες μου για την ημέρα που έφυγε από τη ζωή. Πόσο δύσκολο ήταν για εσένα να αντιμετωπίσεις κάτι τέτοιο στα 15 σου;
«Όταν έβρεχε, επειδή είχαμε κάποια ζώα, υπήρχε ένα μεγάλο ρέμα και υπήρχαν κάτι σπηλιές. Τα ζώα πήγαιναν εκεί γιατί δεν βρεχόντουσαν αλλά όταν τα ρέματα κατέβαινε, τα παγίδευε εκεί και τα έπνιγε. Είχαμε υποστεί αρκετές ζημιές. Όταν ξεκινούσε να βρέχει, με άφηνε στον θείο μου και πήγαινε εκείνος για τα ζώα. Ήταν 25 Σεπτεμβρίου λοιπόν. Γυρνάω σπίτι, Παρασκευή κιόλας, κάθομαι στον υπολογιστή της αδερφής μου και τότε είχε κάνει κάτι ο Ζλάταν, δεν θυμάμαι τι ακριβώς αλλά το είχα βρει στο Youtube και το είχα αφήσει εκεί, όταν γυρίσει να το δείξω στον πατέρα μου. Μπήκε στο σπίτι και μου λέει ότι θα πάω προπόνηση με τον θείο γιατί θα βρέξει και πρέπει να πάει στα ζώα. Φυσιολογικά όλα. Φύγαμε λοιπόν με τον θείο και είχαμε φιλικό Κ15 με την Κ17. Ξενερωμένος εγώ που δεν είχα πάει με τους ’99 και με είχαν αφήσει με τους 2001, το φυσιολογικό δηλαδή. Παίζουμε το φιλικό και πάμε στο ημίχρονο. Βλέπω όλους τους προπονητές που μαζεύονται και μιλάνε. Λέω από μέσα μου ότι θα με ανεβάσουν στην Κ17 στο δεύτερο ημίχρονο. Έρχονται και μου λένε ότι πρέπει να φύγω να πάω σπίτι γιατί θα βρέξει πολύ. Πάω να φύγω και βλέπω την αδερφή μου και τον θείο μου να τρέχουν στο αμάξι. Εγώ χαλαρός, δεν ήξερα τι έχει γίνει. Και μόλις βγαίνω έχουν μαζευτεί όλες οι ομάδες και οι προπονητές στο κέντρο του γηπέδου και μιλάνε. Αναρωτιόμουν τι έχει γίνει. Μπαίνω στο αμάξι και κλαίει και η αδερφή μου και ο θείος μου.
Εκεί μου είπε ότι ο μπαμπάς έπεσε και χτύπησε και πάει στο νοσοκομείο. Εγώ δεν είχα καταλάβει πόσο σοβαρό είναι. Στον δρόμο να τρέχουμε και εγώ να κάνω σκέψεις από κηδείες χωρίς να ξέρω τι είχε γίνει. Αν μας έλεγαν την αλήθεια για το είχε γίνει θα σκοτωνόμασταν στον δρόμο έτσι όπως πηγαίναμε. Μετά έμαθα κιόλας ότι όλοι όσοι μαζεύτηκαν στο κέντρο του γηπέδου από την ομάδα ήξεραν τι έχει συμβεί και κανόνιζαν για τη κηδεία. Μας έπαιρναν τηλέφωνο κάθε δύο λεπτά. Φτάνουμε στο κέντρο Υγείας και απέξω το μισό χωριό. Η μάνα μου καθόταν κάτω και την πλάτη στον τοίχο. Οι αδερφές μου μαζί, λέω κάτι θα έχει γίνει. Κλάματα, μας άφησε έλεγαν… χαμός. Εγώ είχα μείνει παγωτό. Και έρχονται και μας λένε ότι πρέπει να πάμε μέσα να τον δούμε. Τον είδα στο κρεβάτι, είχε φύγει από τη ζωή. Όλοι είχαν πέσει πάνω του, έκλαιγαν και εγώ καθόμουν στην πόρτα και απλά κοιτούσα. Δεν το πίστευα. Δεν είχα καταλάβει τι είχε γίνει. Έρχεται ο θείος μου και λέει ότι είχε κάποια πράγματα πάνω του, να τα πάρουμε εμείς τα παιδιά να τα φυλάξουμε. Εγώ πήρα αυτό το κομπολόι. Είναι από τη βάφτιση της ανιψιάς μου, το έχω από το 2015 και το κουβαλάω πάντα μαζί μου.
Μας μαζεύει ο θείος μου ο γιατρός σε μία αίθουσα. Έλεγα μόνος μου να φύγουν όλοι από το δωμάτιο για να πάω στον πατέρα μου και να του πω για το φιλικό. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τίποτα. Έλεγα ότι θα γίνει καλά. Ήμουν 14 ετών. Φτάνουμε μετά στο σπίτι και απέξω ήταν 1000 άτομα χωρίς υπερβολή. Όλοι έκλαιγαν. Στο μυαλό μου εγώ έλεγα ότι ίσως πέθανε ο παππούς. Εγώ ήθελα απλά να φάω και να κοιμηθώ. Φασαρία, κλάματα, χαμός. Ξύπνησα το πρωί και επειδή κοιμόμουν στη γιαγιά, πάλι είπα ότι ίσως πέθανε ο παππούς. Έλεγα ότι είναι εφιάλτης αλλά μόλις σηκώθηκα μου είπε ο θείος να πάω να τον δω. Τον είχαν στο σπίτι μέσα σε ένα γυάλινο πράγμα.
Είχα ακραία άρνηση. Μου έλεγαν ότι θα έρθουν σπίτι και εγώ να μην το δέχομαι. Εγώ να γελάω, να τους πειράζω και να μην το πιστεύουν τα παιδιά. Δεν είχα κλάψει δευτερόλεπτο. Έλεγαν τι χάπια έχω πάρει. Η μάνα μου ράκος, οι αδερφές μου τα ίδια. Ήμουν στην εκκλησία και τον έβλεπα και λέω θα κουνηθεί τώρα και θα το πω σε όλους. Έκλεψα πρώτη φορά όταν έκατσα στην καρέκλα και ερχόντουσαν με τη σειρά να μας πουν συλλυπητήρια. Και άρχισα να πετάω καρέκλες να φωνάζω, τα παιδιά να με βγάλουν από την εκκλησία. Δεν ήθελα να πάω στο νεκροταφείο αλλά έπρεπε. Το σπίτι είχε κόσμο κάθε μέρα. Δεν πήγαινα προπόνηση και όταν πήγαινα στο σχολείο ένιωθα άβολα. Έμπαινα στο σχολικό και έκλειναν τη μουσική για σεβασμό προς εμένα. Με ενοχλούσε η λύπηση. Έλεγα ψέματα ότι ζει σκέψου. Ήταν δύσκολο για εμένα. Πήγαινα στην παρέα και τα παιδιά σταματούσαν να μιλούν. Στην προπόνηση το ίδιο. Δεν με έκαναν παρέα από ντροπή που εγώ ήμουν πιο άνετος. Οι αδερφές μου λιποθυμούσαν κάθε μέρα».
Υπήρξε στιγμή που μηχανικά πήγες να του πεις κάτι;
«Θα σου πω μία ιστορία. Θυμάμαι ότι έβλεπα το Μπαρτσελόνα-Παρί το 6-1, το 2017, δύο χρόνια μετά και είχα κρατήσει τον αριθμό του στο κινητό ως 25-09. Στο 6-1 πετάγομαι πάνω, βγαίνω έξω σε ταραχή και τον παίρνω τηλέφωνο για να του πω αν βλέπει το παιχνίδι. Δύο χρόνια μετά, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Και ακούω ότι δεν χτυπάει και βλέπω το 25-09 και λέω “τι κάνω;”. Ήταν απίστευτο. Σε όποια ηλικία και να χάσεις τον πατέρα σου, δεν το δέχεσαι ποτέ. Είναι το είδωλο σου, το πρότυπο σου. Η μητέρα μου και ο θείος μου μού είχαν πει ότι ο πατέρας μου με μεγάλωσε με τέτοιο τρόπο λες και ήξερε ότι θα φύγει από τη ζωή. Με είχε αντρέψει».
Τι θα έδινες για να μπορέσεις να του πεις κάτι;
«Το και τι δεν θα έδινα για να του πω μία κουβέντα, δεν μπορεί να υπολογιστεί. Αυτά που σου λέω τώρα, δεν μου έβγαινε πριν 1-2 χρόνια. Και μεθυσμένος να ήμουν που λέει ο λόγος, δεν μπορούσα να πω. Ακόμα και τώρα νιώθω μία ταραχή».
Ωστόσο είχες τον θείο σου που κατευθείαν ανέλαβε τον ρόλο του πατέρα σου.
«Με το που “έφυγε” ο πατέρας μου, ο θείος πήρε αμέσως καινούργιο αμάξι και συνέχεια αυτό που έκανε ο πατέρας μου. Μπορεί να έβαζα γκολ, να ήμουν ο καλύτερους του γηπέδου, συμβόλαια κλπ, εκείνος πάντα μου έλεγε: “ο χειρότερος παίκτης να ήσουν εγώ θα σε αγαπάω το ίδιο και μπορεί και λίγο περισσότερο”. Σημασία έχει ο άνθρωπος μου έλεγε. Για αυτό θα κοιτάς πρώτα να είσαι καλός άνθρωπος. Αυτή ήταν η συμβουλή του. Για τον θείο μου μπορώ να μιλάω για ώρες. Είναι κύριος με Κ κεφαλαίο. Αυτή τη συνέντευξη θα την κάνει αφίσα στο δωμάτιο, δεν υπάρχει. Πλέον είμαστε συνάδελφοι (έτσι λέμε ο ένας τον άλλον) γιατί έχω γίνει και εγώ θείος και ελπίζω όταν μεγαλώσουν τα ανήψια μου να με θαυμάζουν όσο εγώ τον δικό μου θείο. Ωστόσο, έχω να πω ότι σε όλη αυτή την ιστορία, αφανής ήρωας ήταν η μάνα μου. Τα πήρε όλα πάνω της. Το μαγαζί, τα ζώα, μεγάλωσε τέσσερα παιδιά. Οι τρεις αδερφές μου είχαν να σπουδάσουν και εγώ να παίξω ποδόσφαιρο και εκείνη έκανε τα πάντα για να μην μας λείψει τίποτα».
Τι σου έχει μείνει από τον πατέρα σου έντονα;
«Εμένα μου έλεγε ότι δεν είναι κάτι ουάου αυτό που κάνω. Σε παιχνίδια που περνούσα όλη την ομάδα και έβαζα γκολ. Και μετά πήγαινε στη μάνα μου και έκλαιγε και έλεγε για τα όσα έκανα. Ο πατέρας μου πριν φύγει από τη ζωή, είπε στη μάνα μου κάτι, το οποίο μου το είπε η μάνα μου τρία χρόνια μετά. Της είπε: “θέλω μία χάρη. Πες στον Γιώργο να μην αλλάξει, να μείνει όπως είναι”. Δεν είναι απλό Ευαγγέλιο για εμένα. Είναι κάτι παραπάνω για εμένα. Σε κάποιους οι γονείς τους τους αφήνουν χρέη, σε άλλους λεφτά αλλά σε εμένα άφησε μία κληρονομιά που δεν έχει τιμή. Καλύτερη και από το να μου άφηνε εκατομμύρια. Μακάρι να κάνω ένα αγόρι και να το μεγαλώσω όπως εμένα τον πατέρα μου».
Και αυτό σε οδηγεί μέχρι σήμερα…
«Και βέβαια. Φαντάσου ότι όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον χαρακτήρα μου, δεν έλεγα κάτι συγκεκριμένο για το ποιον έχω πρότυπο. Δεν είχα. Έλεγα μόνο ότι όταν σταματήσω, θα ήθελα να ακούω παιδιά να λένε “όταν μεγαλώσω, θα ήθελα να γίνω σαν τον Λιάβα”. Να αφήσω κάτι. Να είμαι πρότυπο για ένα νέο παιδί. Αυτό είναι στόχος ζωής»
Τώρα που είπες πρότυπο, θαύμαζες κάποιον ποδοσφαιριστή;
«Θυμάμαι έβλεπα την Εθνική Ελλάδος του 2010 και ο Κατσουράνης ερχόταν συνέχεια στο χωριό που είμαι. Την πρώτη φορά, ήταν εκλογές στο χωριό και εγώ είμαι στο σχολείο. Βγαίνω στο προαύλιο και βλέπω έναν τύπο να μιλάει στο τηλέφωνο. Έλεγα μέσα μου αποκλείεται, μπερδεύομαι. Δεν μπορεί να είναι αυτός. Ήμουν 13 νομίζω. Πήρα τον πατέρα μου και τον ρώτησα: “υπάρχει περίπτωση ο Κατσουράνης να έρθει στο χωριό;”. Και μου απάντησε “ναι”. Μόλις μου το είπε, εγώ σπριντ! (γέλια). Κατευθείαν πήγα να του μιλήσω. Φουλ ντροπή εγώ αλλά τον παρακολουθούσα. Ήταν 2-3 μέρες στο χωριό και όπου πήγαινε, εγώ με το ποδήλατο από πίσω. Μετά το Μουντιάλ ήρθε στο χωριό και δεν κοιμόμουν (γέλια). Έπαιζα με τον γιο του, έχω και φωτογραφία. Μου άρεσαν πολύ και οι Μανωλάς και Παπασταθόπουλός. Έφτιαχνα ομάδα στο Pro τότε και στην πρώτη σεζόν, ελληνοποιήση αυστηρά (γέλια). Όλοι Έλληνες. Ο Πετρόπουλος έβγαινε πρώτος σκόρερ στο Champions League κάθε χρόνο. Μέχρι πρόσφατα, στο FIFA πρώτη μεταγραφή Κουρμπέλης. Είναι ένας παίκτης που τον έβλεπα στην Τρίπολη και επειδή πολλοί έχουν πει ότι μοιάζουμε παικτικά, ήταν πάντα η πρώτη μου μεταγραφή και όταν έπαιξα στη Superleague, ήταν η πρώτη φανέλα που πήρα. Μου την έφερε ένας φίλος, δεν την είχα ζητήσει εγώ γιατί ντρεπόμουν κιόλας»
Στο ποδόσφαιρο, ποιος προπονητής σε βοήθησε περισσότερο;
«Πέρασα από διάφορους προπονητές αλλά αν πάρεις έναν προπονητή, που το 90% των παιδιών που έπαιξαν στις ακαδημίες αυτόν θα σου πουν, είναι ο Γιώργος ο Ταράσης. Απίστευτος άνθρωπος και τρομερός προπονητής. Ότι έχω ως ποδοσφαιριστής, ωφείλεται σε εκείνον. Από ανάλυση και τακτική μέχρι στο αγωνιστικό σκέλος. Στα 15 μου έπαιζα μπάλα και δεν ήξερα τι σύστημα έχει ο αντίπαλος. Εκείνος με έβαλε σε ένα πιο ποδοσφαιρικό πλαίσιο. Μέχρι τότε έπαιζα μπάλα, εκείνος με έμαθε ποδόσφαιρο».
Με τον Μάκη Μπελεβώνη τι σχέση είχες;
«Ο Μάκης Μπελεβώνης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου μίλησε όταν στα 14 μου έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου. Ήθελα να σταματήσω το ποδόσφαιρο στην αρχή. Ήμουν 14 ετών, δεν το είχα συνειδητοποιήσει και μου μίλησε από την πρώτη στιγμή. Ότι είναι δίπλα μου, με στηρίζει, είναι η οικογένεια μου και έτσι άρχισα να ανεβαίνω. Άρχισα με την Κ15 και μετά από μία σεζόν μου λένε να πάω στην Κ17 και μετά φτάνει η ώρα της Κ19, στην οποία δεν έπαιξα ποτέ. Ήμουν για δύο μήνες μόνο. Έχει μπει καλοκαίρι, τελείωνε το σχολείο και εγώ πάντα κάθε απόγευμα πήγαινα στο Εμιλέον και έπαιζα μπάλα μόνος μου. Πάσες στον τοίχο, σουτάκια μόνος μου κλπ. Και έρχεται ο Κουτσοσπύρος της πρώτης ομάδας και μου λέει “ξεκουράσου, αυτό το καλοκαίρι θα είναι μεγάλο”. Εγώ δεν έδωσα σημασία. Σκέψου είχα παίξει κάτι φιλικά με την Κ19 και κανονικά ήμουν στην Κ17. Και είμαι με τον φίλο μου στο τηλέφωνο και ήταν συζητάμε για διακοπές και ήταν να κανονίσουμε να πάμε Ζάκυνθο. Όσο μιλάμε, βλέπω με παίρνει ένας άγνωστος αριθμός. Το σηκώνω και ήταν ο Κουτσοσπύρος. Μου είπε το Σάββατο να είμαι στο Εμιλέον γιατί ξεκινάμε προετοιμασία. Και έλεγα εγώ “τι λέει τώρα, ξέρει πόσο χρονών είμαι;”. Εμείς σε ομαδικές γενικά πάντα λέγαμε στο τέλος της σεζόν, ποιοι από την Κ19 θα γίνουν επαγγελματίες τον νέο χρόνο. Είχαμε πει μερικά ονόματα, τα οποία ήταν εκεί και ξαφνικά εμφανίζομαι και εγώ. Όλοι απορούσαν. Ξαναλέω, δεν είχα πάει ούτε στην Κ19».
Και τελικά πώς κύλησε η προετοιμασία με την πρώτη ομάδα;
«Ξεκινήσαμε προετοιμασία και μετά από μία εβδομάδα, μας λένε ότι η ομάδα θα πάει στο Πήλιο για προετοιμασία με τον Δέλλα προπονητή. Έλεγα εγώ ότι θα κάτσω μία εβδομάδα για να συμπληρώνουμε την προπόνηση και μετά θα μείνουμε πίσω και θα πάει η ομάδα προετοιμασία. Βγαίνει η αποστολή για το Πήλιο και είναι το όνομά μου μέσα. Παίρνω τηλέφωνο τον φίλο μου, του λέω άκυρη η Ζάκυνθος, έχω μπλέξει με κάτι δουλειές (γέλια). Πάμε προετοιμασία, πρώτο φιλικό, βασικός. Λέω θα λείπουν παίκτες λογικά δεν γίνεται. Μετά μία έπαιζα, μία δεν έπαιζα. Ο Δέλλας μέχρι τότε δεν μου έχει μιλήσει καθόλου. Μόνο τα τυπικά. Μόνο μία φορά που άργησα στην προπόνηση και μου χάρισε το πρόστιμο. Πρόβα τζενεράλε στο Αγρίνιο. Δεν έχω υπογράψει καν κάτι εγώ μέχρι τότε. Περίμενα ότι επειδή είχαν έρθει παίκτες, θα μείνουμε στην άκρη της ακαδημίας. Αντίπαλος ο ΠΑΣ Γιάννενα, 10 Αυγούστου. Λέει την εντεκάδα ο κόουτς, μου λέει ξεκινάω βασικός. Φεύγουμε από το Εμιλέον και πάμε προς το γήπεδο για τον αγώνα. Με παίρνει ο Μάκης ο Μπελεβώνης. Μου λέει “μην πεις αυτό που θα σου πω, αύριο έρχεσαι στο Εμιλέον το πρωί”. Δεν λέω όντως τίποτα. Γυρνάω το βράδυ σπίτι και έμενα τότε μαζί με τον Μπακαδήμα. Του λέω ότι ο Μπελεβώνης κάτι με θέλει αλλά δεν ήξερα τι. Μου είπε ο Μπακαδήμας να πάρω να τον ρωτήσω. Επειδή εκείνος μου είχε πει να μην το πω πουθενά, τον παίρνω και τον ρωτάω: “Κύριε Μάκη, στη μάνα μου μπορώ να το πω;” (γέλια). Μου είπε ναι και αν θέλει να έρθει μαζί κιόλας. Πήγα λοιπόν στο Εμιλέον το επόμενο πρωί. Μου λέει ο Μπελεβώνης να υπογράψω. Πάμε στον πρόεδρο, βάζω πέντε υπογραφές και μου λέει μην πω τίποτα. Τότε έμαθα ότι στο φιλικό με τον Πανιώνιο θα ερχόντουσαν από τον Ολυμπιακό να με δουν. Δεν ξέρω αν συνδυάστηκε έτσι. Μετά από 2-3 μέρες, με παίρνουν ξανά τηλέφωνο και μου λένε ότι το συμβόλαιο μου είναι άκυρο και ότι θα πρέπει να υπογράψω μαζί με τη μάνα μου».
Οπότε έπρεπε να γίνουν άμεσα οι διαδικασίες;
«Έπρεπε να γίνει άμεσα για να μπορέσω να παίξω την 1η αγωνιστική. Κατευθείαν πήρα τη μάνα μου, της είπα άσε ότι κάνεις και έλα Αγρίνιο να υπογράψεις για να μπορέσω να παίξω. Ήρθε άρον-άρον και πήγαμε να υπογράψω. Τα παιδιά μου έλεγαν ότι θα παίξω και εγώ έλεγα ότι δεν θα παίξω. Έρχεται ο Νίκος ο Μαρινάκης, το δεξί μπακ. Αν κάνεις πάνω από 15 συμμετοχές φέτος, χάνεις το στοίχημα, αν κάνεις λιγότερες, χάνεις. Λέει την εντεκάδα ο Δέλλας, δεν μου είχε μιλήσει, λέει βασικός. Μπήκα έτσι στην εντεκάδα. Περίμενα να μου μιλήσει να μου πει κάτι. Τίποτα. Δεν ήξερα αν γνώριζε πόσο χρονών είμαι (γέλια). Πριν τον αγώνα, στέλνω τα παπούτσια μου φωτογραφία στον Μπακαδήμα. Είμαι λες και παίζω Α τοπικό. Χωρίς κομμένη κάλτσα, τίποτα. Το βλέπει και μου λέει: “Ρε εγκληματία, κόψε την κάλτσα τι κάνεις; Θα μπεις να κάνεις ντεμπούτο έτσι άστυλος” (γέλια). Δεν έκανα τίποτα φυσικά, δεν είχα μυαλό για τέτοια».
Πώς ένιωσες πριν βγεις στον αγωνιστικό χώρο;
«Πιο πολύ αγχώθηκα όταν μου είπαν ότι θα γίνω αρχηγός παρά στο ντεμπούτο μου. Την ώρα που είναι να βγούμε, περνάει ο Δέλλας, μου δίνει μία στην πλάτη, έφτασα στον μπροστά τον παίκτη. Και μου λέει: “να σου πω, δεν χρειάζεται να σου πω τίποτα. Σαν να κατουράς έτσι;” (γέλια). Αυτή ήταν η μόνη φορά που μου μίλησε. Ξεκινάμε λοιπόν και παίζω 8άρι με τον Έρικσον 6άρι που ήταν παιχτάρα και τον Μάρκος Πάολο δίπλα μου. Κάνω πολύ καλό ματς και στο 75′ γίνεται ένα λάθος, κυνηγάω τον Μανούσο έξω από την περιοχή, να τον προλάβω να μην σουτάρει, τον προλαβαίνω και κράμπα στα δάκτυλα. Σηκώνομαι πάνω και ζήτησα αλλαγή. Σαν πιγκουίνος βγήκα. Και μόλις έκατσα στον πάγκο, βάζω κάτι κλάματα. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Απίστευτη πίεση. Με είχε αγκαλιά στον πάγκο ο Δημήτρης ο Χαντακιάς και μου έλεγε να μην κλαίω γιατί έχω παίξει πολύ καλά. Δεν ήξερα γιατί έκλαιγα (γέλια). Έκανα 19 συμμετοχές με τον Δέλλα, ευτυχώς το είχε ξεχάσει ο Μαρινάκης ότι είχα χάσει (γέλια)».
Γρήγορα ντεμπούτο, γρήγορα γεμάτη σεζόν και γρήγορα και αρχηγός σωστά;
«Αλλάζει η ομάδα, φεύγει και ο Δέλλας και ήμασταν για φαγητό με την ομάδα εκείνο το καλοκαίρι. Ο Μιχάλης Μπακάκης είναι ο σουγιάς νούμερο ένα, εγώ είμαι ο δύο και ο Κουντούρης είναι ο τρία. Έτσι μας είχε βγάλει ο Μπελεβώνης. Είναι ο ποδοσφαιρικός πατέρας. Οτιδήποτε χρειαζόμουν ήταν εκεί. Ακόμα και όταν έβγαινα αλλαγή ήταν εκεί να με ρωτήσει γιατί βγήκα. Να με πιέσει, να με συμβουλεύσει, για μάνατζερ, για όλα. Ήταν λες και είχα έναν άνθρωπο της ομάδας που δεν λειτουργούσε σαν να είναι της ομάδας. Μου έδινε τόσες συμβουλές, ακόμα και αν δεν ήταν υπέρ του συλλόγου. Όχι κάτι κακό φυσικά. Τον εμπιστευόμουν επειδή καταλάβαινα ότι η συμβουλή ήταν για τον Γιώργο που είχε από παιδάκι και όχι για τον ποδοσφαιριστή Λιάβα. Σε εκείνο το τραπέζι λοιπόν, μου λέει σήκω να μιλήσεις, είσαι ο επόμενος αρχηγός της ομάδας. Δεν είχα κλείσει ακόμα τα 18. Σηκώνομαι εγώ. Παλμούς; 200 είχαν πάει. Τρελό άγχος αλλά με προετοίμαζε σιγά-σιγά. Ξεκινάει η σεζόν, ο Ντίαζ ήταν πρώτος αρχηγός και επειδή είχε κάρτες έμεινε εκτός, ο Μαλής ήταν τραυματίας που ήταν δεύτερος και καταλαβαίνω ότι μετά είμαι εγώ. Το βράδυ, άνοιγα τα μάτια κάθε 5 λεπτά για να μην με πάρει ο ύπνος. Να βλέπω όνειρο ότι χάνω το ματς. Άγχος από το πρωί. Μιλούσα στον Μπακαδήμα, στους γονείς μου, το τι θα πω στα αποδυτήρια, το τι θα κάνω. Τότε στο ρόστερ ήταν ο Ρόσα, ο Μουνιέ, ο Γκαρσία, ο Κνετ. Παίκτες που μπορούσαν και έπρεπε λόγω προσωπικότητας να είναι αρχηγοί. Μπαίνω στα αποδυτήρια και βλέπω λάβαρο και περιβραχιόνιο. Άλλο πράγμα. Έβγαλα και φωτογραφία»
Τι σου έλεγαν οι δικοί στο ντεμπούτο;
«Στο ντεμπούτο μου, είχαν έρθει όλοι στην εξέδρα αλλά δεν πίστευαν ότι θα παίξω. Η μικρή μου αδερφή πάντα με πείραζε. Με ρωτούσε τι τους έδωσα για να παίξω και αν τους πήγαινα τυρί από το χωριό (γέλια). Χάρηκαν πάρα πολύ. Βίντεο, φωτογραφίες, χαμόγελα χαμός. Στο σπίτι δεν έχουμε εικόνες, σε εμένα πιστεύουν μάλλον (γέλια). Παντού είμαι. Πέρα από την πλάκα, από όταν έφυγε ο πατέρας μου δεθήκαμε ακόμα περισσότερο ως οικογένεια. Και ο θείος μου κολώνα. Αυτό το αρχηγικό γαλουχήθηκε από την οικογένεια μου. Όταν ήμουν 8 ετών, ο μπαμπάς μου μίλαγε σαν να ήμουν 18. Μου έκανε πάντα σοβαρές κουβέντες για οικονομικά, πολιτική. Επτά χρόνια περνούσαμε κάθε μέρα 2,5 ώρες στο αμάξι, οπότε κατάλαβες. Και μετά το έκανε και ο θείος μου. Με ωρίμασαν πάρα πολύ αυτοί οι δύο άνθρωποι για να μπορέσω να ηγηθώ ως αρχηγός».
Έμεινες τόσα χρόνια. Τι σημαίνει ο Παναιτωλικός για εσένα;
«Ο Παναιτωλικός η έννοια του σπιτιού. Θα σου πω ένα παράδειγμα γιατί ακούγεται κλισέ. Έχω πάει περισσότερες φορές στο Εμιλέον από ότι στο πατρικό μου στο χωριό. Είναι γεγονός. Έχω αλλάξει 6-7 σπίτια στο Αγρίνιο και στο Εμιλέον ξέρω κάθε πέτρα που βρίσκεται. Τα αποδυτήρια, η θέση μου, τα νερά. Σαν το σπίτι μου είναι. Ο Μάκης Μπελεβώνης είναι ποδοσφαιρικός μου πατέρας και με τον Μαρκόβσκι έχω δεθεί πάρα πολύ αλλά και τον Κοθρούλα από τη διοίκηση που έχουμε αδερφική φιλία».
Η γνώμη σου για τον κ. Κωστούλα;
«Είναι απίστευτος άνθρωπος, έχει κάνει απίστευτα πράγματα για τον Παναιτωλικό. Τον έχει κάνει να είναι 15 χρόνια σερί στην Α’ Εθνική, έχει κάνει γνωστό το Αγρίνιο μέσα από το ποδόσφαιρο. Αν ποτέ φύγει και αφήσει την ομάδα, θα πρέπει το γήπεδο να πάρει το όνομά του και με ένα άγαλμα απέξω. Αυτό είναι το λιγότερο. Μας παρείχε τα πάντα, το Εμιλέον είναι φανταστικό. Δεν έχει έρθει κάποιος στην ομάδα και να μην περάσει ευχάριστα. Θα υπάρξουν και τέτοιες περιπτώσεις αλλά στον Παναιτωλικό υπάρχει ένα οικογενειακό κλίμα. Μπορεί να μην είναι πάντα καλό αλλά αυτό υπάρχει».
Έχεις πάθει δύο φορές χιαστό και μάλιστα συνεχόμενες…
«Να ξέρεις, έβλεπα τον πατέρα μου στο όνειρο μου. Πριν πάθω τον δεύτερο χιαστό, τον έβλεπα κάθε βράδυ και μου έλεγε ότι δεν προσέχω και βιάζομαι. Είδα όνειρο πριν τραυματιστώ, να κατεβαίνω το χωριό, είχε βρέξει και να μου λέει δεν προσέχεις. Του έλεγα δεν πέφτω. Και μετά από κανά μήνα έπαθα τον δεύτερο χιαστό. Το είχα πει στη μάνα μου και έκλαιγε. Όταν πάω να παίξω έναν αγώνα, λέω μέσα μου ότι έχουν κάνει κάποια άτομα θυσίες για εμένα για να είμαι εδώ και να τους βοηθάω τώρα. Σεβάσου από που έχεις έρθει. Αυτό λέω πάντα. Στον πρώτο χιαστό ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι θα γυρίσω. Στον δεύτερο χιαστό, μία εβδομάδα μετά, είχα καλή ψυχολογία αλλά είχα αμφιβολίες».
Πώς το έπαθες τη δεύτερη φορά;
«Στην προπόνηση. Είχα βγάλει τα παπούτσια και έπρεπε να μπω μέσα να κάνω γυμναστήριο. Τα είχα στο χέρι. Και μόλις φτάνω στην πόρτα, λέω στα παιδιά, δεν μπορείτε να κάνετε αυτή την άσκηση. Και βάζω τα παπούτσια χωρίς να δέσω τα κορδόνια και λέω έλα θα σας δείξω. Είχε προσποίηση και σουτ. Πάω να του κόψω το σουτ, πατάω στραβά και πέφτω κάτω. Βάζω τα γέλια και λέω φωνάξτε τον γιατρό έπαθα χιαστό. Το άκουσα, το κατάλαβα. Εγώ γελούσα με τη μοίρα μου και αυτοί νόμιζαν ότι έκανα πλάκα. Μετά το κλάμα έρχεται το γέλιο. Δεν με πίστευαν. Το είχα πάθει στο άλλο πόδι. Κουτσός πήγα στα αποδυτήρια, τα παιδιά έκλαιγαν και εγώ τους παρηγορούσα ενώ έπρεπε να γίνει το αντίθετο (γέλια). Με πονούσε απίστευτα. Και το ένα και το άλλο γόνατο και κάθομαι κάτω και έλεγα “τι θα κάνω; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα”. Και έτσι είπα σιγά-σιγά, θα μου πάρει χρόνο, να παίξω Β’-Γ’ Εθνική, να κάνω τον ποδοσφαιριστή για λίγο ακόμα με 1-2.000 ευρώ και όταν θα πρέπει να δουλέψω, να έχω χτίσει κάτι. Αυτά σκεφτόμουν (γέλια). Πάγωσα με αυτά που σκεφτόμουν. Εκείνη τη στιγμή έβγαλα μία φωτογραφία στο καθρέφτη και είπα μέσα μου ότι δεν θα χαθώ από τις σκέψεις και τις αμφιβολίες. Ας γίνει στο γήπεδο. Βάφτισα εκείνη τη μέρα ως η μέρα “μηδέν”. Είπα δεν θα χαθώ στις σκέψεις. Ήμουν στον πάγκο με τις πατερίτσες και στην πρώτη μονομαχία γυρνούσα και έκλεινα τα μάτια. Στα τάκλιν έκλεινα τα μάτια και έλεγα πώς θα μπω ξανά σε αυτό; Έπρεπε να το νικήσω ψυχολογικά. Έτσι μπήκα σε αυτό το mindset».
Χρειάστηκε να σε βοηθήσει κάποιος ειδικός;
«Μόνος μου, μόνος μου, δεν είχα πάει σε ειδικό. Έκανα τον ψυχολόγο και στους φίλους μου γιατί διάβαζα βιβλία ψυχολογίας και μου άρεσε. Πήρα τέσσερις λέξεις: Πίστη, θέληση, επιμονή, υπομονή. Θα τις ακολουθήσω ότι και να γίνει έλεγα. Ας παίξω σε Γ’ Εθνική αλλά ας σκοτωθώ στο γήπεδο. Ο πρώτος χιαστός ήμουν μόνος μου αλλά στον δεύτερο ήταν με επαφή. Οπότε είχα αρχίσει να φοβάμαι τις μονομαχίες. Οπότε το δούλεψα μέσα μου και είπα ότι καλύτερα να επιστρέψω και στην πρώτη φάση να πάθω ξανά χιαστό αλλά να τον πάθω πέφτοντας με τα χίλια και χωρίς να φοβάμαι».
Η επιστροφή πώς ήταν;
«Μένουν τρία-τέσσερα παιχνίδια. Είχα χάσει 1,5 χρόνο σχεδόν. Πάω στον Αναστασίου και του λέω ότι θέλω να παίξω έστω ένα λεπτό για να πω ότι γύρισα. Ήταν ψυχολογικό το θέμα. Μετά από 469 μέρες και τρεις αγωνιστικές πριν το φινάλε, με παίρνει αποστολή και με αφήνει στον πάγκο. Προτελευταία αγωνιστική με τον Βόλο, με σηκώνει για ζέσταμα και δεν με βάζει. Έκλαιγα στο ζέσταμα. Είχε πέντε αλλαγές και έκανε τις τρεις. Έκλαιγα ασταμάτητα στο ζέσταμα. Στο γήπεδο είχαν έρθει οι δικοί μου, όλοι και έφυγε ο γυμναστής, πήγε του είπε να με βάλει και του απαντάει ότι δεν θα κάνει άλλες αλλαγές. Αδιάφορο ματς βαθμολογικά. Μετά στα αποδυτήρια έκλαιγα πάλι. Το είχα σκεφτεί όλο».
Τελικά έπαιξες στην τελευταία αγωνιστική;
«Τελευταία αγωνιστική, πάμε στη Νίκαια με τον Ιωνικό και σηκώνομαι για ζέσταμα στο 85′ και μου λέει μπαίνεις. Είναι ιστορική εκείνη η ημέρα για δύο λόγους. Η επιστροφή μου αλλά και επειδή έπαιξα μαζί με τον κολλητό μου που είμαστε από μικροί μαζί για δέκα λεπτά. Τα μόνα που έχουμε παίξει. Τον Μπακαδήμα. Με το που ακούω μπαίνεις, θολώνουν τα μάτια μου, έχω 200 παλμούς και δεν πάω καν ευθεία. Δεν έβλεπα τίποτα. Ανατριχιάζω τώρα που το λέω. Ερχόντουσαν τα παιδιά από τον Ιωνικό και ο προπονητής και να μου λένε καλή επιστροφή. Μου βγαίνει μία ανακούφιση, μία ηρεμία. Ήρθε ο Βέργος και μου έδωσε το περιβραχιόνιο, μπήκα μέσα και είπα “σαν το σπίτι μου”. Έχω κάνει ενέργειες, έχω κάνει ένα σουτ και πάω στο αμάξι μετά και είμαστε εγώ, Καρέλης, Χουχούμης, Μπακαδήμας και Βέργος και πάμε KFC να φάμε και να γυρίσουμε στο Αγρίνιο (γέλια). Στον δρόμο τραγούδια, χαμόγελα, πόσα βίντεο έχω από εκείνη τη μέρα. Μέσα στο αμάξι κοιτάω το γόνατο και βλέπω υγρό. Μου κόπηκαν τα πόδια. Νόμιζα ότι έγινε κάτι στο γήπεδο και δεν το πήρα χαμπάρι. Ευτυχώς δεν είχα τίποτα. Έλεγα στον Καρέλη να το δει και μου έλεγε ίτι δεν είχα τίποτα».
Σε ακούω τόση ώρα που λες τα καλύτερα για τον Μάκη Μπακαδήμα. Πες μου για την σχέση σας.
«Και τι δεν έχουμε περάσει με τον Μπακαδήμα. Εγώ έχω πάρει πράγματα από εκείνον και εκείνος από εμένα. Η νοοτροπία της προπόνησης, το να μην τα παρατάω και να δουλεύω σκληρά, τα έχω πάρει από εκείνον. Ο Μάκης σε κάθε ηλικιακή κατηγορία ήταν ο χειρότερος παίκτης. Το ξέρει και εκείνος. Δεν έπαιζε βασικός, έμενε εκτός αποστολής και ανέβαινε κλιμάκια έτσι. Από το παράθυρο που λέμε. Και όμως έπαιξε στην πρώτη ομάδα. Άλλοι που είχαν περισσότερο ταλέντο δεν τα κατάφεραν. Σκέψου ότι είχε τα κλειδιά από το Εμιλέον γιατί πήγαινε το πρωί και γυρνούσε το βράδυ. Επειδή μέναμε μαζί, τον έβλεπα έλειπε όλη τη μέρα. Σκύλος. Κάποιοι προπονητές τον αδικούσαν κιόλας αλλά ήταν στρατιώτης. Αυτό το πήρα από εκείνον. Ο Λουτσιάνο τον πίστεψε την τελευταία χρονιά και κέρδισε και το συμβόλαιο του. Θυμάμαι στο Εμιλέον ότι στα δίχτυα υπήρχε μία τρύπα, ίσα που περνούσε η μπάλα. Τεχνική έχω καλύτερη από εκείνον αλλά κάναμε διαγωνισμό ποιος θα περάσει την μπάλα. Επειδή είχε κάνει τόση εξάσκηση, την περνούσε από τα τριάντα μέτρα και είχα τρελαθεί. Φεύγαμε με οτοστόπ σκέψου γιατί το λεωφοριάκι έφευγε νωρίτερα από το Εμιλέον και έτσι έπρεπε να βρούμε τρόπο να γυρίσουμε πίσω».
Ήταν στην Κύπρο φέτος αλλά τραυματίστηκε σοβαρά…
«Έπαθε χιαστό φέτος, ο οπότε δεν κατάφερε να έρθει Πορτογαλία και όλο το καλοκαίρι το έχουμε περάσει να πηγαίνουμε για θεραπείες. Του είπα “με ζήλευες από μικρό αλλά έπρεπε να ζηλέψεις και το χιαστό;” (γέλια). Ο Νταβίντ Λουίζ των φτωχών. Ανταλλάξανε φανέλες όταν έπαιξαν με τη Πάφο (γέλια)».
Σου παραπονιέται εκείνος ή οικογένεια σου που πλέον είσαι στην Πορτογαλία;
«Έχω παράπονα τύπου πότε θα έρθεις να σε δούμε και τέτοια. Τους ήταν δύσκολο όταν έφυγα για Πορτογαλία γιατί δεν το είχαν συνηθίσει. Όσο ήμουν εδώ ήμασταν κοντά».
Φρέντο Εσπρέσο έχει πουθενά να πιεις εκεί;
«Λέω να ανοίξω ένα για να κάνει φρέντο εσπρέσο. Είχα προσωπικό μπαρίστα φέτος, τον Μάριο τον Βρουσάι. Φτιάχνει καλό καφέ αλλιώς δεν θα την πάλευα (γέλια). Δεν πίνουν οι Πορτογάλοι όμως. Λένε ότι πίνουμε το εσπρέσο με παγάκια. Εκείνοι πίνουν 12 εσπρεσάκια την ημέρα με 40 βαθμούς ζέστη. Λες και είναι ανθρακούχο νερό».
Αλήθεια πώς είναι στη Ρίο Άβε; Τι σου έκανε αρχικά εντύπωση;
«Αισθάνομαι πιο ποδοσφαιριστής από ότι στην Ελλάδα. Η οργάνωση και όλα είναι σε υψηλό επίπεδο. Επαγγελματισμός. Μικροί ονειρευόμασταν να παίξουμε ποδόσφαιρο και σε αυτό το επίπεδο είναι ακριβώς αυτό που ήθελα. Μαγικά από την πρώτη εβδομάδα. Πρώτο παιχνίδι, ντεμπούτο με τη Ρίο Άβε, τελειώνει το ματς και λέω μέσα μου “τι κάνω εδώ εγώ; Δεν θα παίξω με τον Παναιτωλικό αύριο;”. Κάθε μέρα έμπαινα και έβλεπα τι γίνεται με τον Παναιτωλικό. Τις φανέλες, τα χρώματα, τις εξελίξεις και απορούσα μόνος μου για το τι κάνω. Πρώτη εβδομάδα, ενώ ήταν μαγική, στην 8η μέρα έλεγα ότι πρέπει να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα. Αλήθεια. Είχαμε ρεπό και δεν είχα τι να κάνω. Ήθελα να πάω για μπάνιο στο χωριό. Ήταν πολλά αλλά το κλίμα με τον προπονητή, με τους Έλληνες, ήταν απίστευτο και ηρέμησε γρήγορα. Είσαι ποδοσφαιριστής ρε παιδί μου. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή αυτό το βήμα»
Μου ανέφερες τον Μάριο Οικονόμου ότι σου είχε πει κάτι για το timing.
«Από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες που έχω γνωρίσει στο ποδόσφαιρο. Κάναμε τρομερές κουβέντες, ήθελε πάντα να βοηθάει, ειδικά τους μικρότερους. Ο άνθρωπος Μάριος είχε πετύχει περισσότερο από ότι ο ποδοσφαιριστής Μάριος. Μου έστειλε ένα μήνυμα: “Τσογλανάκο, είσαι αρκετά μεγάλος ώστε να έχεις ζήσει τα πάντα στον Παναιτωλικό αλλά αρκετά μικρός για να πας εκεί έξω και να το ζήσεις 100%. Έκανες τρομερό βήμα και θα περάσεις μοναδικά. Σε ζηλεύω και θα τα πούμε σύντομα”. Αυτό μου είχε πει όταν πήγα στη Ρίο Άβε. Περνούσαν οι μέρες και του λέω, κάνω μία επιλεκτική συλλογή με φανέλες και τον ρωτάω: “πότε θα μου στείλεις τη δική σου;”»
Για πες μου για τη συλλογή σου…
«Είναι όντως επιλεκτική. Είναι από ανθρώπους που υπήρξα συμπαίκτης και μου έδωσαν κάτι. Έπαιξε με Μπενφίκα, Σπόρτινγκ, θα τις πάρω να τις δώσω στους φίλους μου. Ήθελα από πάντα του Οικονόμου γιατί όταν θα τη δείξω αύριο μεθαύριο, θα ξέρω γιατί έχω αυτή τη φανέλα και θα μάθει και το παιδί μου γιατί την έχω. Έχει την αξία του εννοείται να παίρνεις φανέλες από αντιπάλους ή γενικά συμπαίκτες. Αλλά για εμένα έχει παραπάνω να έχω του Μπακαδήμα και να λέω ότι παίξαμε για δέκα λεπτά μαζί ως κολλητοί. Ανταλλάξαμε φανέλες εκείνη τη στιγμή. Το λέγαμε από μικροί να παίξουμε μαζί και το καταφέραμε».
Υπάρχουν παίκτης ή παίκτες που σε εντυπωσίασαν στην Πορτογαλία;
«Κάθε ομάδα έχει παιχταράδες στην Πορτογαλία. Θα σου πω για τον Αντρέ Λουίζ για αρχή που ήταν συμπαίκτες μου. Δεν πατούσε στο γήπεδο, στις μύτες πήγαινε και ήταν στο 80% και δεν τον προλαβαίναμε. Πρώτα έπαθα πλάκα μαζί του. Στην αρχή όταν πήγα, με έπιασαν οι Έλληνες και μου τον έδειξαν και μου είπαν “τον βλέπεις; Ε δεν θα τον ξαναδείς” (γέλια). Εγώ δεν το πίστευα αλλά στις προπονήσεις απλώς πέταγε την μπάλα στο κόρνερ και ήξερες ότι θα την προλάβει. Απίστευτη ταχύτητα. Από εκεί και πέρα τρελάθηκα με τον Σουάρες της Σπόρτινγκ. Φονιάς πραγματικός. Ο Χιούλμαντ παιχτάρα επίσης».
Όταν παίξατε στο Ντα Λουζ με την Μπενφίκα, ο Νίκος Αθανασίου είχε πει στο Gazzetta ότι κάνατε πλάκα στους Πορτογάλους για το EURO 2004.
«Έλεγα στους Πορτογάλους: “σε αυτό το τέρμα εκεί κάτω ξέρετε μήπως τι έχει γίνει πριν 20 χρόνια;” (γέλια). Πίσω από το γήπεδο έχει γίνει προπονητικό και εκεί έκανε την προετοιμασία της η Εθνική Ελλάδος 20 χρόνια πριν. Τους πειράζαμε συνέχεια τους Πορτογάλους. Όταν πήγαμε στο Ντραγκάο, το ίδιο. Μιλάγαμε με τους φυσιοθεραπευτές και μας εξηγούσαν ότι είναι σχετικά καινούργιο και ότι το έφτιαξαν για το EURO του 2004 και εμείς λέγαμε: “ποιος το είχε πάρει τότε;”. Ειρωνεία φουλ (γέλια)»
Ακόμα τους πειράζει ε;
«Τους έχει πειράξει. Εμείς κάνουμε πλάκα αλλά αυτοί αρπάζονται όντως. Δεν το έχουν ξεπεράσει».
Πώς ήταν η εμπειρία σε εκείνο το γήπεδο;
«Βγαίνουμε από τα αποδυτήρια, εγώ με τους φίλους έδινα μάχες σαν να είναι ο Μουρίνιο ο πατέρας μου. Μόνο Μουρίνιο αλήθεια. Τον είχα πολύ ψηλά. Ο καλύτερος προπονητής στον κόσμο. Και βγαίνω εκεί στη φυσούνα και στρίβω και τον βλέπω μπροστά. Έτρεμε το χέρι μου να του το δώσω. Έρχεται εκείνος με χαιρετάει με χτυπάει στον πλάτη και προχωράει και εγώ κοιτούσα εκείνον, δεν έβλεπα γήπεδο (γέλια). Τον υπερασπιζόμουν φουλ στους φίλους μου, οι ατάκες του, ο καλύτερος προπονητής. Όλο αυτά έλεγα και εκείνη τη στιγμή τον είχα μπροστά μου και έλεγα στον Παυλίδη που τον είχε και προπονητή εκείνος. Απίστευτο πραγματικά. Ήταν σαν όνειρο για εμένα».
Σκέφτεσαι την Εθνική Ελλάδος βάση της γεμάτης σεζόν που έκανες στην Πορτογαλία;
«Είναι μεγάλος μου στόχος η Εθνική Ομάδα και περιμένω μία κλήση. Είναι όνειρο για κάθε παιδί».
Είχες ποτέ πρόταση από ελληνική ομάδα;
«Έναν χρόνο πριν φύγω για τη Ρίο Άβε είχα πρόταση αλλά δεν τα είχαν βρει στο οικονομικό οι ομάδες. Πάντα υπήρχε ενδιαφέρον όλα αυτά τα χρόνια αλλά τις επίσημες προτάσεις ούτε που τις μάθαινα. Είχα ξανά πρόταση από τη Ρίο Άβε έξι μήνες πριν πάω και από μία άλλη ελληνική ομάδα αλλά εγώ ήμουν focus στον Παναιτωλικό».
Τι θα έλεγε ο μικρός Γιώργος στον μεγάλο;
«Ότι είναι πολύ περήφανος για εμένα. Όχι για αυτά που έχω πετύχει, γιατί για τον μικρό μου εαυτό δεν έχω φτάσει εκεί που ονειρευόταν αλλά για αυτό που έχω γίνει. Για αυτό που είμαι απέναντι στους ανθρώπους που με σέβονται. Θα με συμβούλευε να συνεχίσω με τα ίδια ιδανικά και να απολαμβάνω τη ζωή».
Νότης Χάλαρης / Νίκος Ράπτης – gazzetta.gr
This website uses cookies.
Read More