Η 13η σερί σεζόν του Παναιτωλικού στην Super League έφτασε στο φινάλε, με την ομάδα να τερματίζει στην 12η θέση της βαθμολογίας, με 36 βαθμούς στο πέρας των Play Outs.
Και η σεζόν 2026-27 θα βρει τον Τίτορμο στην Super League. Ωστόσο είναι σαφές ότι το πρόσημο της χρονιάς που τελείωσε, με τον σύλλογο να γιορτάζει τα 100α γενέθλιά του, αγωνιστικά είναι «πλην».
Μικρό πράγμα δεν είναι η εδραίωση τόσων ετών στην κορυφαία κατηγορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αντιθέτως. Είναι credit που δεν αναιρείται και δεν μπορεί να αφεθεί εκτός της συνολικής εικόνας. Κάθε χρονιά που «γράφει» το κοντέρ είναι ιστορία.
Είναι λίγες οι ομάδες της επαρχίας στη Λίγκα που τόσα χρόνια παραμένουν σταθερά εκεί. Και πολλώ δε μάλλον όταν ο Παναιτωλικός στην 100χρονη ιστορία του, βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο τα περισσότερα χρόνια με την υφιστάμενη διοίκηση.
Αλλά το «κρέας» δεν μπορεί να… βαφτιστεί «ψάρι». Ο Παναιτωλικός ολοκλήρωσε μία αποτυχημένη σεζόν, με βάση και τους στόχους που τέθηκαν το περασμένο καλοκαίρι, από την περίοδο της προετοιμασίας ακόμα-ακόμα καθώς και από τα όσα ανά διαστήματα αναφέρθηκαν από στόματα εντός οργανισμού/ομάδας, κατά την διάρκεια της χρονιάς.
Η ομάδα δεν πλασαρίστηκε στο 5-8, δεν έκανε κάποια υπέρβαση στο Κύπελλο (το οποίο κατέληξε στα χέρια επαρχιακής ομάδας, του ΟΦΗ), ενώ ολοκλήρωσε τα Play Outs χωρίς εντός έδρας νίκη και φθάνοντας στο σημείο να κινδυνέψει πριν την μαθηματική διασφάλιση της παραμονής.
Τα παραπάνω δεν είναι υποθέσεις. Είναι facts. Και δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Αν υπάρχει άνθρωπος που θεωρεί τη φετινή σεζόν του Παναιτωλικού επιτυχημένη υποτιμά τη νοημοσύνη του και των υπολοίπων.
Πριν προχωρήσουμε στα επιμέρους, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις.
Ασφαλώς η κριτική γίνεται εκ του αποτελέσματος με βάση τα παραπάνω δεδομένα. Και δεν γίνεται γιατί επιδιώκει κανείς να το «παίξει» μετά Χριστόν προφήτης. Ούτε για να κουνήσει δάχτυλο. Μα γιατί όλοι όσοι καταπιανόμαστε με την ομάδα αυτή, από όποιο μετερίζι, το καλό της θέλουμε. Και εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο.
Δεν λέγεται πρώτη φορά σε τούτο εδώ το άρθρο, ούτε από τον υπογράφοντα αποκλειστικά η άποψη ότι ο Παναιτωλικός είναι εδραιωμένος -καιρό πλέον- στην Super League και ότι θα πρέπει να κοιτάξει και να -ναι- να πετύχει το «κάτι παραπάνω». Αυτός ο ψίθυρος, αυτό το «κάτι παραπάνω» μας έχει «φάει» τόσο καιρό.
Τι θα ήθελε το κοινό του Παναιτωλικού ως μίνιμουμ για αυτή την τόσο σημαντική χρονιά; Να δει μία ομάδα μαχητική, που θα παίζει καλό ποδόσφαιρο, που θα κυνηγήσει στόχους, που θα συσπειρώσει. Που θα φέρει περισσότερο κόσμο στην εξέδρα, που θα δώσει κίνητρο, όραμα. Ο Παναιτωλικός τα παραπάνω τα προσέφερε μέσα σε παρενθέσεις. Ή δεν τα προσέφερε στον βαθμό που θα έπρεπε, αν θέλετε.
Καρδιογράφημα ήταν η φετινή πορεία. Παντελής έλλειψη αγωνιστικής σταθερότητας, με το 5-8 να χάνεται και την πορεία στο Κύπελλο να σταματά νωρίς από έναν Άρη που δεν υπήρξε ποτέ φόβητρο κατά τη διάρκεια της σεζόν.
Στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού η διοίκηση του Παναιτωλικού επίλεξε να συνεχίσει να πορεύεται με τον Γιάννη Πετράκη στον πάγκο. Απόφαση που σε εκείνο το σημείο κάθε άλλο παρά παράλογη φάνταζε, με δεδομένο ότι από την ώρα που ο Κρητικός ανέλαβε κατάφερε να διατηρήσει την ομάδα στην κατηγορία, να την οδηγήσει πρώτη φορά στα ημιτελικά του Κυπέλλου και να κάνει πορείας οκτάδας μέχρι την «εκπνοή» σχεδόν της κανονικής διάρκειας του πρωταθλήματος, οδηγώντας σε πρωτοφανή συσπείρωση, την μεγαλύτερη που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
Αποδείχθηκε ωστόσο λανθασμένη. Και αυτό γιατί ο μεταγραφικός σχεδιασμός έγινε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Στην ανανέωση του Πετράκη υπήρξε μία καθυστέρηση ενός διαστήματος, ένεκα προσωπικών ζητημάτων του έμπειρου κόουτς, ενώ με την οριστικοποίηση της συμφωνίας ξεκίνησε να δομείται ένα ρόστερ με άλλα δεδομένα.
Η απόφαση να αφήσει ο Παναιτωλικός το 3-5-2, καθότι είχε διαπιστωθεί δυσκολία στο δεύτερο μισό της περασμένη σεζόν στη δημιουργία ήταν μία νέα πραγματικότητα πάνω στην οποία καλούνταν όλοι να προσαρμοστούν. Τα κατάφεραν; Όχι.
Ο Παναιτωλικός πήγε για προετοιμασία στο Καρπενήσι με σοβαρές ελλείψεις στο ρόστερ του. Και αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα σε καθυστερήσεις που άπτονται ευθυνών αποκλειστικά της διοίκησης, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι.
Την «δυσκολία» του Πετράκη στις μεταγραφές την ξέρουμε από τις εποχές που κοουτσάριζε άλλες ομάδες. Δεν υπήρξε ποτέ ο προπονητής που θα ζητούσε αφειδώς παίκτες ή που θα πίεζε και παράλληλα θα ενέκρινε τα πάντα. Και κατά την διάρκεια του καλοκαιριού υπήρξαν «τριβές» σε αυτό πεδίο. Αρνούνταν π.χ. να αποκτήσει η ομάδα χαφ γιατί αξιολογούσε ότι θα πορευτεί με τον Ράδο και μετά τις πρώτες αγωνιστικές κρίθηκε ότι η ομάδα έπρεπε να πάρει ποδοσφαιριστή στο κέντρο.
Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για να πάρει ο Παναιτωλικός ποδοσφαιριστές τύπου Μίχαλακ, Ματσάν, Ενκολόλο, Μπουχαλάκη και ούτω καθεξής πιάσαμε Αύγουστο και Σεπτέμβρη, καθότι τότε οι τιμές στην αγορά παίρνουν την κατιούσα, οδήγησαν στο να συντεθεί το «παζλ» με καθυστέρηση. Οι μεταγραφές είναι πεδίο απρόβλεπτο και «σκάνε» πράγματα που δε περιμένεις. Π.χ. πωλήσεις όπως αυτή του Λιάβα.
Άνω τελεία εδώ. Όλα είναι συνάρτηση του χρήματος. Αντιληπτό. Ο Παναιτωλικός δεν έχει καμία φοράδα που γεννάει ευρώ για να παίρνει ότι θέλει. Ωστόσο δεν είναι παράλογη η απαίτηση να πραγματωθεί το να πάει η ομάδα για το βασικό στάδιο προετοιμασίας με «γεμάτο» ρόστερ. Είναι θεμελιώδες. Το ανέφερε ο Γιάννης Αναστασίου στη τελευταία συνέντευξη τύπου της σεζόν: εκεί μπαίνουν οι βάσεις. Αν χρειάζεται να διαθέσεις Χ χρήματα παραπάνω για να έχεις τους δύο, τρεις που θα σου εξελιχθούν σε βαρόμετρα μέσα στη χρονιά ένα, ενάμιση μήνα νωρίτερα, προσπάθησε να το κάνεις.
Ασφαλώς και οι μεταγραφές δεν είναι κάτι επιφανειακό. Δεν είναι αυτό που ο φίλαθλος έχει στο μυαλό του, που τα βλέπει «στεγνά», «καφενειακά» «Τι ζητάει, τα δίνω, τον πήρα». Όχι, σε καμία περίπτωση. Αλλά είναι μία πραγματικότητα ότι σχεδόν κάθε καλοκαίρι φθάνουμε Σεπτέμβριο και ο Παναιτωλικός ακόμα κάνει μεταγραφές.
Στα φιλικά προετοιμασίας η εικόνα της ομάδας ήταν εξαιρετικά προβληματική. Το κλισέ λέει ότι είναι προτιμότερο να μην βλέπεσαι στα φιλικά και να ρολάρεις στα επίσημα, πλην όμως και στα πρώτα εξ αυτών η εικόνα τέτοια ήταν. Πρόκριση στα χασομέρια με τη Νίκη Βόλου στο Κύπελλο, «σβηστή» ήττα την 1η αγωνιστική από τον Ατρόμητο στο Αγρίνιο.
Ο Παναιτωλικός κάνει «διπλό» στο Βικελίδης και παίρνει «Χ» στην Τούμπα, σε παιχνίδια που είχε αμυντικό προσανατολισμό και έπαιζε στην αντεπίθεση (όπως έκανε δηλαδή και την περασμένη σεζόν), ενώ στο μεσοδιάστημα έχει κάνει δεύτερη εντός έδρας ήττα από τον Βόλο και εν συνεχεία χάνει και από τον Παναθηναϊκό με ανατροπή. Και έρχεται η Λιβαδειά…
Καλή ομάδα ο Λεβαδειακός φέτος. Ειδικά στον πρώτο γύρο «πέταγε». Θα πληρώναμε να έκανε ο Παναιτωλικός αντίστοιχη πορεία, κι ας μην έβγαινε προκριματικά κι ας αποκλειόταν κι αυτός στα ημιτελικά στο Κύπελλο. Σε εκείνο το ματς ο Παναιτωλικός του Πετράκη έβγαλε μόνος του τα μάτια του. Έχει κάνει τρία πέναλτι, ο Μίχαλακ στο πρώτο ημίχρονο έχει χάσει τα άχαστα, ο Άλεξιτς αφήνει την ομάδα με δέκα για θέατρο.
Το συντριπτικό 6-0 αποτελεί το βαρύτερο σκορ που έχει υποστεί ο Παναιτωλικός σε επίπεδο πρώτης κατηγορίας. Διασυρμός και ντροπή. Μοιραία ο Πετράκης «τελείωσε».
Ο Παναιτωλικός χρειαζόταν «ηλεκτροσόκ» και πηγαίνει σε μία επιλογή που είχε λογική. Με βάση το ποδόσφαιρο που ήθελε -μεγάλη κουβέντα- να παίξει και με δεδομένο ότι απαιτούνταν άνθρωπος που θα μπορέσει άμεσα να «πέσει στη φωτιά», επίλεξε τον Αναστασίου.
Ταίριαζε στη φιλοσοφία του παιχνιδιού, γνώριζε την ομάδα, τον οργανισμό και γενικότερα υπήρχε μία ασφάλεια συγκριτικά με το να πάει η ομάδα σε άλλες επιλογές. Ορθά όπως αποδείχτηκε.
Στο εντός έδρας ματς με τον ΟΦΗ ο Παναιτωλικός είναι «all in» και η αντίδραση έρχεται. Επικρατεί με 4-2 της ομάδας του Ράσταβατς, ο οποίος λίγο αργότερα αποτελεί παρελθόν από τον πάγκο των Κρητικών.
Αντί για δεύτερη σερί νίκη στη Νίκαια, επί της Κηφισιάς, ο Παναιτωλικός ξεκινά την «κατάρα» των χαμένων πέναλτι. Ο Αγκίρε αστοχεί στο φινάλε, δύο βαθμοί πηγαίνουν στα σκουπίδια και ακολουθεί ήττα από την ΑΕΚ. Το ματς με την ΑΕΛ στο Αγρίνιο έχει χαρακτήρα πρόωρου τελικού. Για μία ακόμα φορά η ομάδα του Αναστασίου βγάζει χαρακτήρα. Επικρατεί με 3-0.
Το σκηνικό επαναλαμβάνεται. Χαμένο πέναλτι και «πεταμένοι» βαθμοί στην Τρίπολη, ήττα από τον Ολυμπιακό, νίκη στις Σέρρες και ενώ παράλληλα στο Κύπελλο, έστω και δύσκολα, η πρόκριση στα Play In έρχεται (βέβαια η πορεία στη διοργάνωση με νίκη επί του Ηρακλή θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετική). Και έρχεται η «καμπάνα», με την δεύτερη πολύ βαριά ήττα της σεζόν, το 0-5 από την ΑΕΚ στο Αγρίνιο. Το 2025 φεύγει με εκτός έδρας ήττα από τον Βόλο, σε ματς που ο Παναιτωλικός χάνει μόνος του.
Είναι σαφές ότι η ομάδα χρειάζεται ενίσχυση για να υπηρετήσει αυτό που ο Αναστασίου έχει στο μυαλό του, είναι σαφές ότι το πρόγραμμα στις αρχές του 2026 είναι εξαιρετικά απαιτητικό.
Στα ταμεία μπαίνουν χρήματα από την πώληση του Κοντούρη στον Παναθηναϊκό ενώ στο Αγρίνιο έρχεται ο Μπρέγκου.
Το «σίριαλ» του Τσάβες τελειώνει άδοξα για τον Παναιτωλικό. Η ΠΑΕ έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να τον αποκτήσει. Συμφώνησε με τον ποδοσφαιριστή για συμβόλαιο, προσέφερε στην ομάδα του χρήματα που δεν τα είχε δώσει ποτέ ξανά για να τον αγοράσει. Τελικώς ο Λούκας πήγε δανεικός στον Παναθηναϊκό, όπου δεν αγωνίστηκε λεπτό, ενώ ο Παναιτωλικός αγόρασε τον Κουτσερένκο.
Αρχές Ιανουαρίου ήρθε και ο Σατσιάς. Από εκεί και πέρα, φτάσαμε στα τέλη του μήνα για τους υπόλοιπους. Ρόσα, Γκράναθ, Λομπάτο, Μπάτζι και αρχές Φλεβάρη ο Γκαρσία. Στο μεσοδιάτημα ο Ενκολόλο είναι εκτός εξίσωσης, έχει δεχθεί πρόταση-μαμούθ από Κίνα και αποχωρεί. Δύσκολη η αγορά του Γενάρη; Ναι. Καθυστερημένα οι κινήσεις; Επίσης ναι.
Τι έχει κάνει μέσα στο μήνα η ομάδα; Αποκλείεται από τον Άρη στο Κύπελλο, χάνει από ΠΑΟΚ, Λεβαδειακό, ΟΦΗ, Άρη στο πρωτάθλημα. Επτά σερί ήττες. Κλίμα εσωστρέφειας και αμφισβήτησης για τον Αναστασίου και η διοίκηση να δέχεται «βολές», με τις αποδοκιμασίες ιδίως στο ματς με τον Λεβαδειακό να ξεφεύγουν.
ΑΕΛ-Παναιτωλικός, deja vu. Οι Αγρινιώτες «στα σχοινιά», η Λάρισα «καβάλα στο άλογο» με Παντελίδη μετά το αποτυχημένο πέρασμα Μαλεζά. 1-4.
Έπεται το ματς με τον Αστέρα στο Αγρίνιο. 3-1. Οι μεταγραφές δίνουν πράγματα, ο Μπάτζι και ο Ρόσα μπροστάρηδες, ο Ματσάν «ξεκλειδωμένος». Οι ελπίδες για το 5-8 παρά την κακή εικόνα του Ιανουαρίου υπάρχουν, η ήττα στο Φάληρο δεν λέει κάτι και φτάνουμε στο Περιστέρι… Ένα ακόμα χαμένο πέναλτι, του Ρουμάνου αυτή τη φορά.
Στον γενέθλιο μήνα του ο Παναιτωλικός στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Εντός και εκτός γηπέδου. Καταλάβαμε όλοι ότι το Αγρίνιο είναι η πόλη του Παναιτωλικού. Αρχή με την κεντρική εκδήλωση που έκανε το γύρο της Ελλάδας μέσω κρατικής τηλεόρασης, με σπουδαίες μορφές του παρελθόντος, με συγκίνηση. Με συσπείρωση.
Στις 9 Μαρτίου 2026 ζήσαμε κάτι που θα «κουβαλάμε» μέχρι να κλείσουμε τα μάτια μας. Με τις επετειακές εκδηλώσεις να έχουν ξεκινήσει από τις αρχές της χρονιάς (και για τις οποίες πιστώνονται τα εύσημα σε όσους έτρεξαν, πλην του ντοκιμαντέρ για το οποίο η άποψή μου δεν μπορεί παρά να είναι υποκειμενική), τα όσα έζησε ο κόσμος του Παναιτωλικού και το Αγρίνιο πέρασαν στην ιστορία.
Το γήπεδο γέμισε με 5.500 κόσμου. Η ομάδα πήρε μία νίκη με πυγμή και τσαμπουκά, θυμηθήκαμε εποχές περασμένης δεκαετίας. Θυμηθήκαμε την δυναμική που έχει η ομάδα, φανταστήκαμε όλοι λίγο-πολύ μεγαλύτερα και ομορφότερα πράγματα.
Εν συνεχεία ο Παναιτωλικός πήγε στη Λεωφόρο για το θαύμα. Με νίκη θα μπορούσε να είχε αλλάξει τη ρότα της σεζόν. Είχε στιγμές, δεν είχε τύχη, πήρε έναν βαθμό και έμεινε ξανά στα Play Outs.
Παρά τις τρομερές μεταπτώσεις στην πορεία της, η ομάδα πέταξε μόνη της την ευκαιρία να μπει στην οκτάδα. Είναι σαφές. Δύο από τα χαμένα πέναλτι να είχε σκοράρει, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τα «αν» δεν παίζουν ποδόσφαιρο όμως.
Η κανονική διάρκεια τελείωσε με λευκή ισοπαλία με τον Πανσερραϊκό, αλλά με απόσταση ασφαλείας από τα χαμηλά για το μίνι πρωτάθλημα.
Ο Παναιτωλικός μπήκε «άνετος» στη διαδικασία, ισοφαριζόμενος στην τελευταία φάση του αγώνα από τον Ατρόμητο στην πρεμιέρα. Έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα εν συνεχεία, νικώντας την ΑΕΛ και θεώρησε ότι με τη γιορτή του Πάσχα τα πάντα τελείωσαν.
Αμ δε. Χαλαρότητα και δύο σερί ήττες με ανατροπές από Πανσερραϊκό, Αστέρα έφεραν «σύννεφα». Ισοπαλία στη Νίκαια με την Κηφισιά και ήττα στο Αγρίνιο που έφερε τον φόβο, για τα καλά. Κάπου εκεί ο Αναστασίου τόνισε ότι «εμείς φέραμε την ομάδα σε αυτή τη θέση, εμείς θα την βγάλουμε». Όπως και έγινε. Νίκη σε Περιστέρι και ένα… αγχωτικό «Χ» με buzzer beater του Γκαρσία επί της ΑΕΛ «σχόλασαν» την υπόθεση. Η αδιάφορη συνέχεια γνωστή.
Απολογισμός πρωταθλήματος: Εννιά νίκες, εννιά ισοπαλίες, 18 ήττες. 36 βαθμοί και 12η θέση.
Ο Γιάννης Αναστασίου ολοκλήρωσε τρίτη χρονιά, σχεδόν «γεμάτη» στον πάγκο της ομάδας και ουσιαστικά έζησε ξανά «λίγο από όλα», από τις προηγούμενες δύο. Μία που καταχειροκροτούνταν, μία που αποδοκιμαζόταν από μερίδα του κόσμου.
Πήρε στα χέρια του μία ομάδα που δεν έχτισε αυτός, προσπάθησε να αλλάξει την φιλοσοφία της, κατάφερε να δώσει πράγματα στο γήπεδο ανά διαστήματα, αλλά σίγουρα δεν βρήκε αυτό το «κάτι» που θα την άλλαζε επίπεδο. Παρά τα όποια ελαφρυντικά ευθύνες έχει ασφαλώς και ο ίδιος, ως προς την διαχείρισή του. Το αν θα συνεχίσει στον Παναιτωλικό ή όχι θα φανεί. Αν πάντως δεν συνεχίσει θα είναι άδικο να «φορτωθεί» το «μάρμαρο» μόνο στη δική του πλάτη.
Και φτάνουμε στην κατακλείδα. Από το καλοκαίρι που αντί να κάνουμε μπάνια σε καμιά παραλία ξημεροβραδιαζόμασταν στο Καρπενήσι για φιλικά και προπονήσεις, ως εδώ, μία σφαιρική εικόνα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει.
Μακριά από εμάς ο μηδενισμός και τα «κομπαρσιλίκια». Μιζέρια δεν είναι να παίζεις Super League, μιζέρια είναι να παίζεις σε γήπεδο βούρκο με το Ροδοτόπι.
Αλλά αυτό είναι το ταβάνι; Και αν είναι αυτό, γιατί να είναι χαμηλότερο του Λεβαδειακού π.χ.; Και λέμε του Λεβαδειακού διότι ούτε η Λιβαδειά έχει τις ιδιαίτερες παροχές ως πόλη, λαμβάνοντας ως εφαλτήριο τις αναφορές Αναστασίου αναφορικά με το «πακέτο» που παρέχει το Αγρίνιο, ούτε τη μεγαλύτερη οπαδική βάση διαθέτει, ούτε τις εγκαταστάσεις, το γήπεδο και πόσα άλλα. Ναι, πήρε δανεικούς, ναι είχε «βοήθειες» αλλά έβγαλε και 1-2 παίκτες, μοσχοπούλησε και επένδυσε χρήματα στο να δυναμώσει.
Τι μένει από τη χρονιά;
Ο Παναιτωλικός εξακολουθεί να διάγει χρόνια «σαλονιών». Μέσα σε αντίξοες συνθήκες, οικονομικά και όχι μόνο, επιλέγοντας να συνεχίζει χωρίς δεκανίκια και «αβάντες», παλεύοντας με τις δυνάμεις του.
Του χρόνου πάλι Ά Εθνική. Ούτε αυτονόητο -επαναλαμβάνω- είναι μα ούτε και αυτό για το οποίο θα πούμε μπράβο και θα ξεχωρίσουμε ως επιτυχία εφάμιλλη μιας πραγματικά καλής πορείας.
Αν η διοίκηση αυτή που γιγάντωσε το όνομα του Παναιτωλικού στο ελληνικό ποδόσφαιρο, συμβιβάζεται ή αρέσκεται με «μπράβο» που κράτησε την ομάδα ως 12η στην κατηγορία για 14η σερί χρονιά, τότε έχει ρίξει χαμηλά τον πήχη της.
Του χρόνου πάλι Ά Εθνική. Ναι, αλλά πώς; Τι διάθεση υπάρχει; Τι να περιμένει ο κόσμος;
Αλλαγές και αν ναι σε ποια πεδία; Ενίσχυση και αναβάθμιση του οργανογράμματος της ομάδας; Επενδύσεις με ποδοσφαιρική λογική για χτίσιμο πάνω σε στέρεες βάσεις, χωρίς να αλλάζει «τσούρμα» ποδοσφαιριστές, με διατήρηση κορμού και ανανεώσεις κομβικών ποδοσφαιριστών (όλοι έχουμε παραδείγματα στο μυαλό μας); Θα επιχειρήσει να κλείσει ο Παναιτωλικός μεταγραφές έγκαιρα ή όσο το δυνατόν νωρίτερα εν πάση περιπτώσει; Θα τον δούμε να πηγαίνει για προετοιμασία στο εξωτερικό, όπως πράττει η συντριπτική πλειοψηφία των ομάδων; Θα «τραβήξει» ξανά κόσμο στο γήπεδο επειδή παίζει καλή μπάλα ή θα «γκρινιάζουμε» ότι η πόλη δε στηρίζει όσο θα θέλαμε/έπρεπε; (που ναι μεν εμπεριέχει μεγάλη δόση αλήθειας, αλλά…);
Όλα αυτά είναι πράγματα που πρέπει να επικοινωνηθούν. Η ΠΑΕ οφείλει να ανοίξει τα χαρτιά της, οφείλει να ακούσει επισημάνσεις, οφείλει να αφουγκραστεί.
Το οφείλει σε αυτά 2.200 «αρρωστάκια» κατά Μ.Ο. που κάθε Σαββατοκύριακο είναι στο «κλουβί», σε όσους «φάγανε» χιλιόμετρα, σε όσους πληρώνουν το διαρκείας τους, σε όσους ανεβαίνουν κάθε σαββατοκύριακο από Αθήνα και από όποιο άλλο μέρος της χώρας για να δουν την ομάδα, σε όσους στηρίζουν ανεξαρτήτως συνθηκών με χρήμα, χρόνο, αγάπη.
Ο κόσμος πρέπει να ξέρει που πηγαίνει η ομάδα, πρέπει να ξέρει αν έχει να ελπίζει στο ότι θα ξαναζήσει αυτές τις πανέμορφες εικόνες που έζησε στα 100χρονα με την Κηφισιά. Όχι λόγω εορτασμού αυτή τη φορά, μα γιατί η ομάδα θα επιδιώξει να κάνει καλή πορεία.
Το τι μέλλει γενέσθαι θα αρχίσει να ξεκαθαρίζει προσεχώς. Τα «μέτωπα» είναι πολλά και ορθάνοιχτά.
Κλείνοντας μία επισήμανση. Ο Φώτης Κωστούλας έχει συμπληρώσει 20 χρόνια στο τιμόνι του Παναιτωλικού. Τον ανέβασε, τον μεγάλωσε, τον έκανε ξακουστό, τον κρατά στην ελίτ τόσο καιρό και πλέον όσο ποτέ άλλοτε το «αύριο» της ομάδας απασχολεί τους πάντες. Κορεσμός; Υπάρχει. Φθορά; Υπάρχει. Κούραση; Ομοίως. Σεβαστά όλα. Νομοτελειακά η εποχή του τελειώνει, το «αύριο» είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τους πάντες και παράλληλα να εξηγηθεί με επάρκεια το πώς σκέπτεται ο οργανισμός Παναιτωλικός το «μετά».
This website uses cookies.
Read More